lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απαίσιος

Λεξικό: αγγλικά απαίσιος
Μεταφράσεις: atrocious, awful, bad, dire, direful, disastrous, dreadful, fearful, fearsome, ghastly, grisly, gruesome, hateful, horrible, horrid, horrific, infernal, shocking, terrible, terrific, tremendous, unspeakable, awesome, excruciating, frightening, horrendous, mortal, scary, thumping, thundering, ungodly, all-fired, creepy, dismal, dread, dreary, formidable, frightful, hideous, jocund, lurid, monumental, redoubtable, smart, spooky, wild
απαίσιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: děsivý, děsný, enormní, hnusný, hrozný, hrůzný, krutý, náramný, nesmírný, obrovský, odporný, ohavný, ohromný, pekelný, příšerný, šeredný, strašný, úděsný, ukrutný, hrůzostrašný, hrůzyplný, báječný, obávaný
απαίσιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: entsetzlich, furchtbar, fürchterlich, grässlich, grauenerregend, grauenhaft, gräulich, grausig, schauderhaft, schaurig, scheußlich, schrecklich, grimmig, haarsträubend, hässlich, horrend, schauerlich, toll
απαίσιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afskyelig, fæl, forfærdelig, frygtelig, ful, gruelig, grusom, nips, bister, flotte, obskur, skummel
απαίσιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abominable, atroz, enorme, espantoso, fatal, fiero, formidable, horrendo, horrible, horroroso, pésimo, temible, terrible, tremendo, medroso, temeroso, bárbaro, pavoroso
απαίσιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abominable, affreux, atroce, effroyable, énorme, épouvantable, horrible, horripilant, massacrant, terrible, apocalyptique, désastreux, redoutable, effrayant, formidable
απαίσιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: atroce, efferato, enorme, feroce, mostruoso, orrendo, orribile, orrido, raccapricciante, spaventoso, terribile, tremendo, formidabile, magnifico, pauroso, temibile
απαίσιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avskyelig, fæl, fasansfull, forferdelig, fryktelig, ful, gruelig, hemsk, skrekkelig, grusom, nifs, bister, flott, frukta, morsk, obskur, ruskig, skummel
απαίσιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грозный, громадный, огромный, отвратительный, противный, страшный, ужасен, ужасный, жуткий, страшенный, замечательный, страшен, чудовищен, чудовищный
απαίσιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avskyvärd, fasansfull, förfärlig, förskräcklig, fruktansvärd, ful, gräslig, hemsk, ohygglig, ryskig, ryslig, befara, bister, faslig, frukta, morsk, obskur, rädsla, ruskig, skräck
απαίσιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жахлівы, жудасны, страшны, страшэнны
απαίσιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kohutav
απαίσιος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hirmuinen, hirveä, julma, kaamea, kamala, kammottava, kauhea, kauhistuttava
απαίσιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grozan, strašan, užasan
απαίσιος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: borzalmas, borzasztó, irtózatos, iszonyú, rémes, szörnyű, félelmes, rettenetes
απαίσιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: baisus, siaubingas
απαίσιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abominável, aterrador, atroz, enorme, espantoso, fatal, horrendo, horripile, horrível, horroroso, imenso, pavoroso, repugnante, terrível, tremendo, temeroso, bárbaro, medroso, tenebroso
απαίσιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atroce, oribil
απαίσιος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hrozný
απαίσιος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бездонний, безнадійний, відчайдушний, жалюгідний, жахливий, жорстокий, зухвалий, кепський, колосальний, нездоровий, нещасливий, нещасний, нікчемний, очевидний, патологічний, порочний, потворний, розпачливий, страхітливий, страхітний, страшний, сумний, хворобливий, хибний, брутальний, величезний, грізний, захоронення, зловісний, нечестивий, нещадний, отруйний, похмурий, скорботний, страшенний
απαίσιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okropny, straszliwy, straszny
απαίσιος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

απαίσιος συνώνυμα