lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: απάτη

Λεξικό: αγγλικά απάτη
Μεταφράσεις: bilk, bluff, cheat, cheating, deceit, deception, delusion, dishonesty, eyewash, fake, fraud, gammon, guile, hanky-panky, humbug, imposition, imposture, juggler, rig, swindle, take-in, trickery, wheeling
απάτη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: darebáctví, klam, klamání, machinace, podvádění, podvod, šizení, švindl, vychytralost
απάτη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: betrug, betrügerei, gaunerei, schwindel, täuschung
απάτη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bedrag, bedrageri, juks, svindel
απάτη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: burla, droga, embrollo, embuste, engaño, estafa, fraude, impostura, petardo, trampa
απάτη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affronterie, carambouillage, duperie, escroquerie, filouterie, flouerie, fourberie, fraude, friponnerie, imposture, malfaçon, pipée, piperie, supercherie, tricherie, tripotage, tromperie, truquage
απάτη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bidone, frode, imbroglio, inganno, marioleria, raggiro, truffa
απάτη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bedra, bedrag, bedrageri, juks, narra, svik, svindel
απάτη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мошенничество, надувательство, обман, плутовство
απάτη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bedra, bedrägeri, narra, skoj, svik, svindel
απάτη στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ашуканства, ашукаць
απάτη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huijaus, petos, puijata, vilppi
απάτη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prijevara
απάτη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becsapás, csalás, szédelgés, szélhámoskodás
απάτη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apgaulė, apgavystė
απάτη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: burla, embuste, estafa, fraude, impostura
απάτη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: podvod
απάτη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: введення, виріб, відмовка, занепад, запровадження, ілюзія, лестощі, несправжній, нечесність, обдурити, обдурювання, обдурювати, облуда, облуду, обман, обманщик, окорок, омана, оподаткування, ошуканство, підробка, податок, помилковий, претензія, привід, ракетка, рекет, ремесло, слуга, спритність, судно, фальсифікація, шантаж, шахрайство, шулер, шум
απάτη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oszustwo
απάτη στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

απάτη με σπιρουλίνα, απάτη επί δικαστηρίω, απάτη μέσω διαδικτύου, απάτη κατά του δημοσίου, απάτη στο διαδίκτυο, απάτη πκ, απάτη της χοληστερίνης, απάτη fuel shark saver, απάτη φωτοβολταικά, απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας