lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αξιόπιστος

Λεξικό: αγγλικά αξιόπιστος
Μεταφράσεις: certain, confident, dead, dependable, firm, firmed, positive, reliable, safe, sanguine, secure, solid, stanch, steadfast, substantial, sure, sureness, trusty, undoubted, unimpeachable, unquestionable, credible, plausible
αξιόπιστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezpečný, důkladný, jakýsi, jistý, kladný, nějaký, neochvějný, ovšem, pevný, pozitiv, pozitivní, praktický, rozhodný, skálopevný, spolehlivý, stálý, tuhý, určitý, vytrvalý, zajištěný, zaručený, hodnověrný, uvěřitelný
αξιόπιστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausgemacht, bestimmt, fest, gefeit, gewiss, haltbar, hart, kräftig, massiv, sicher, solide, standhaft, verlässlich, zuverlässig, glaubhaft, glaubwürdig
αξιόπιστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fast, massiv, positiv, sikker, visse
αξιόπιστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: certero, ciertamente, cierto, confidente, consistente, constante, convencido, definido, fiable, fijo, firme, fuerte, macizo, positivo, salvo, seguro, sólido, creíble, fidedigno
αξιόπιστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assuré, certain, certainement, constant, établi, fiable, inébranlable, positif, sauf, solide, sûr, sűr, croyable, irrécusable, véridique
αξιόπιστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affidabile, baldanzoso, certamente, certo, compatto, consistente, costante, fermo, fidato, incrollabile, irremovibile, ovvio, positivo, salvo, sicuro
αξιόπιστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avgjord, fast, massiv, pålitelig, positiv, riskfri, sikker, stø, trygg, viss, visst
αξιόπιστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благонадежен, благонадежный, благонадёжный, верный, достоверный, крепкий, надежен, надежный, надёжный, непоколебимый, несомненный, определен, определенный, определённый, положительный
αξιόπιστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avgjord, bestämd, förvissad, rejäl, riskfri, säker, trygg, vederhäftig, viss, visst, rimlig
αξιόπιστος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: моцны, верагодны, дакладны, пэўны
αξιόπιστος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muidugi
αξιόπιστος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: eräs, järkkymätön, luja, luotettava, myönteinen, tanakka, tukeva, turvallinen, varma
αξιόπιστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čvrst, pouzdan, siguran, tvrd, zdrav
αξιόπιστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bizonyos, biztos, pozitív, szolid, tényleges, hitelt, szavahihető
αξιόπιστος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: grynas, kietas, pozityvus, saugus, teigiamas, tikras, tvirtas
αξιόπιστος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abonado, certamente, certo, concreto, consistente, constante, contínuo, fiambre, figo, firme, indubitável, positivo, preciso, probo, salvo, seguro, sólido, fidedigno
αξιόπιστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cert, desigur, sigur
αξιόπιστος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prepričan, trden
αξιόπιστος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: istý
αξιόπιστος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авторитетний, акуратний, вигострений, визначений, вимовлений, вирішений, відповідальний, відповідати, владний, гострий, заданий, закріплений, звук, звучати, здоровий, конкретний, міцний, наданий, надійний, обчислюваний, оселяється, певен, певний, пунктуальний, рішучий, справний, суворий, точний, чіткий, автентичний, вірогідний, достовірний, правдивий, справжній
αξιόπιστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pewny, wiarogodny
αξιόπιστος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αξιόπιστος αντωνυμο, αξιόπιστος συνώνυμα, αξιόπιστος in english, αξιόπιστος συνώνυμο, αξιόπιστος συναγερμός, αξιόπιστος υπολογιστής, αξιόπιστος μετάφραση, αξιόπιστος αγγλικα