lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αξιόλογος

Λεξικό: αγγλικά αξιόλογος
Μεταφράσεις: appreciable, big, considerable, goodly, precious, significant
αξιόλογος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: citelný, dobrý, důležitý, nemalý, ocenitelný, pěkný, podstatný, silný, velký, význačný, významný, značný, znatelný
αξιόλογος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ansehnlich, beachtlich, bedeutend, beträchtlich, erheblich, merklich, namhaft, ziemend, ziemlich
αξιόλογος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anselig, betydelig, kraftig, markant, meget, påtagelig, stor
αξιόλογος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: considerable, cuantioso, importante, notable, respetable, sensible
αξιόλογος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appréciable, considérable, gros, important, imposant, insigne, joli, marquant, notable, respectable, sensible, signalé, signifiant, vaste
αξιόλογος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ampio, apprezzabile, considerevole, consistente, grosso, importante, notevole, ragguardevole, rilevante, sensibile, significante, vasto, vistoso
αξιόλογος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anselig, atskillig, betraktelig, betydelig, klekkelig, kraftig, markant, meget, merkbar, merkelig, nevneverdig, påtagelig, utpreget
αξιόλογος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: важный, заметный, значителен, значительный, многозначительный
αξιόλογος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ansenlig, avsevärd, bemärkt, betydande, betydlig, kraftig, markant, menet, nämnvärd, påtaglig
αξιόλογος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: голям
αξιόλογος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: важны, значны
αξιόλογος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aikamoinen, arvokas, huomattava, melkoinen, merkittävä, merkityksellinen, suuri, tärkeä
αξιόλογος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: lijep, važan, znatan
αξιόλογος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nagy
αξιόλογος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cantito, considerável, importante, relevante
αξιόλογος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатозначний, білявий, вагомий, важливий, великий, визначний, виразний, відчутний, впливовий, вродливий, гарний, грізний, завищений, здоровий, значний, істотний, красивий, міцний, могутній, неабиякий, непоганий, поважний, повчальний, порядний, потужний, прекрасний, приємний, реальний, респектабельний, русявий, світлий, сильний, сильнодіючий, справедливий, суттєвий, цілющий, чесний, чималий, ярмарок, яскравий
αξιόλογος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: znaczny
αξιόλογος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αξιόλογος english, αξιόλογος συνώνυμο, αξιόλογος συνώνυμα, αξιόλογοσ μεταφραση