lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αξιωματικός

Λεξικό: αγγλικά αξιωματικός
Μεταφράσεις: functionary, officer, usher, mate, clerk, magistrate, official, registrar, serviceman, white-collar
αξιωματικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: úředník, důstojník, hodnostář
αξιωματικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beamter, funktionär, offizier, angestellte, angestellter, beamte, polizist
αξιωματικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: betjent, embedsmand, officer, kontorist, polish
αξιωματικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: funcionario, oficial, empleado, oficinista
αξιωματικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fonctionnaire, galonnard, major, officier, agent, édile, employé, gazier, magistrat, postier, rond-de-cuir
αξιωματικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: funzionario, ufficiale, impiegato, magistrato
αξιωματικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: betjent, embetsmann, funksjonær, offiser, arbeidstaker, kontorist, polis, tollembetsmann
αξιωματικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: функционер, офицер, клерк, служащий, чиновник
αξιωματικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: funktionär, officer, kontorist, polis, tjänsteman
αξιωματικός στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: funkcionárius, tiszt, tisztségviselő, hivatalnok, tisztviselő
αξιωματικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: empregado, funcionário, oficial, polícia, policial
αξιωματικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: funkcjonariusz, oficer, urzędnik
αξιωματικός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: афіцэр, чыноўнік
αξιωματικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: upseeri
αξιωματικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: činovnik
αξιωματικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: офіцер, бюрократ, ввічливий, громадянський, молюск, цивільний, чиновник
αξιωματικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: чиновник
αξιωματικός στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

αξιωματικός ε.α. - σασ φτυνω στα μουτρα αλητεσ, αξιωματικός υπηρεσίας, αξιωματικός στρατού, αξιωματικός στρατού μισθος, αξιωματικός πολεμικού ναυτικού, αξιωματικός εμπορικού ναυτικού, αξιωματικός ορισμός πιθανότητας, αξιωματικός αστυνομίας, αξιωματικός πυροσβεστικής, αξιωματικός ειδικών καθηκόντων