lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αξιολογώ

Λεξικό: αγγλικά αξιολογώ
Μεταφράσεις: account, appraise, appreciate, assess, calculate, esteem, estimate, evaluate, judge, measure
αξιολογώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cenit, ctít, hodnotit, ocenit, odhad, odhadnout, odhadovat, ohodnotit, posoudit, taxovat, úcta, usoudit, vážnost, zdanit, zhodnotit
αξιολογώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anschlagen, bewerten, einschätzen, schätzen, veranschlagen, werten
αξιολογώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agte, agtelse, bedømme, beskatte, respekt, vurdere
αξιολογώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apreciar, avaluar, calificar, cotizar, estimar, evaluar, preciar, tasar, valorar
αξιολογώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apprécier, coter, critiquer, estimer, évaluer, jauger, priser, taxer
αξιολογώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accertare, apprezzare, calcolare, conto, quotare, stima, stimare, valutare
αξιολογώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktelse, bedømme, beskatte, respekt, verdsette, vurdere
αξιολογώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: оценивать
αξιολογώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktning, bedöma, respekt, taxera, uppskatta, värdera, värdering
αξιολογώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ацэньваць
αξιολογώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvioida, harkita, laskea, pitää, taksoittaa
αξιολογώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becsül, értékel, értékelni
αξιολογώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ajuizar, apreciar, avaliar, estimar, orçar, taxar, valorar
αξιολογώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: evalua
αξιολογώ στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вага, важити, винагорода, встановити, зважити, зважувати, здати, кваліфікувати, кваліфікуйте, класти, міра, навчати, навчатися, навчити, навчитися, нагорода, норма, обмірковувати, обміркувати, оцінити, оцініть, оцінювати, покладати, покласти, поміщений, поставити, потужність, приз, притулити, притуляти, пропорція, проставити, розглядати, розглянути, розцінка, складати, скласти, ставити, ставка, ступінь, тариф, тягар, ціна, цінити, цінувати, цінуйте, швидкість
αξιολογώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oceniać
αξιολογώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αξιολογώ συνώνυμα, αξιολογώ στα αγγλικά, αξιολογώ και οργανώνω πληροφορίες, αξιολογώ translation