lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανώμαλος

Λεξικό: αγγλικά ανώμαλος
Μεταφράσεις: aberrant, abnormal, anomalous, deranged, deviant, disorderly, disorganized, irregular, messy, scruffy, sleazy, slipshod, untidy, illegitimate, improper, incorrect, nonprime, erratic, inordinate, occasional, offbeat, spotty, straggly, bumpy, inconsistent, inequitable, jerky, jumpy, ragged, rough, rugged, unequal, uneven, unsteady, untried
ανώμαλος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: abnormální, anomální, nenormální, odchylný, choromyslný, nepořádný, nepravidelný, neregulérní, nesprávný, neuspořádaný, rozháraný, chybný, špatný, drsný, hrbolatý, kostrbatý, mrzutý, nepřiměřený, nerovnoměrný, nerovný, nestálý, nestejnoměrný, nestejný, nevlídný, nevyrovnaný, škubavý, trhavý
ανώμαλος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abnorm, abnormal, anormal, anomal, liederlich, unordentlich, unregelmäßig, falsch, fehlerhaft, unrichtig, holprig, rau, ruckartig, uneben, ungerade, ungleich
ανώμαλος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: abnorm, rørig, uordentlig, forkert, gal, irregulær, ukorrekt, barsk
ανώμαλος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: anormal, desarreglado, descuidado, desordenado, irregular, equivocado, erróneo, incorrecto, accidentado, áspero, desigual, desparejo, escabroso, quebrado
ανώμαλος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: anomal, anormal, pathologique, fou, désordonné, irrégulier, déréglé, hétéroclite, incorrect, erratique, accidenté, âpre, bourru, capricant, disparate, disproportionné, heurté, inégal, inga, journalier, montueux, raboteux, saccadé, scabreux, tourmenté
ανώμαλος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abnorme, anomalo, anormale, disordinato, disuguale, irregolare, saltuario, difettoso, eteroclito, infondato, scorretto, accidentato, aspro, impari, ineguale, rozzo, ruvido, scabroso, zotico
ανώμαλος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: abnorm, rørig, rotet, uflidd, uordentlig, uryddig, gal, irregulær, uriktig, uregelmessig, barsk, gropig, knagglig, ujevn, ulendt
ανώμαλος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: анормальный, беспорядочный, нерегулярный, неверный, неправильный, неравный
ανώμαλος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: abnorm, onormal, oordentlig, rörig, skräpig, oregelbunden, gropig, knagglig, oberäknelig, ojämn
ανώμαλος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: анармальны, ненармальны, нерэгулярны
ανώμαλος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäsäännöllinen, säännötön, epätasainen, erilainen, erisuuri, jylhä, karhea
ανώμαλος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: abnormális, rendellenes, rendetlen, egyenetlen, egyenlőtlen, göröngyös, hepehupás, szaggatott
ανώμαλος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anormal, deforme, anómalo, desordenado, irregular, equivocado, erróneo, incorrecto, ocasional, acidentado, áspero, desigual, escabroso
ανώμαλος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анормальний, ненормальний, психічнохворий, розладжений, нерегулярний, спазматичний
ανώμαλος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: anormalny, nienormalny, nieporządny, nieprawidłowy, nieregularny, nierówny
ανώμαλος στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nepravilan, neuredan, nejednak
ανώμαλος στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: špinavý, nepravidelný
ανώμαλος στα σλοβακική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aspru
ανώμαλος στα ρουμανική »