lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανύπαντρος

Λεξικό: αγγλικά ανύπαντρος
Μεταφράσεις: bachelor, single, unmarried, exempt, free, freehold, idle, leisure, liberty, marmot, of, off, open, quit, slow, spar, unfettered, uninhibited, vacant
ανύπαντρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: neženatý, svobodný, nenucený, nepodléhající, nepokrytý, nevázaný, nezaměstnaný, otevřený, prázdný, upřímný, volný, zbavený, zproštěný
ανύπαντρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ehelich, ledig, unverheiratet, frei, langsam, leer, los, offen, unbesetzt
ανύπαντρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ugift, fri, langsom, ledig, løs, lov, tom
ανύπαντρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mozo, soltero, ajeno, desalquilado, descampado, desocupado, despejado, excusado, exento, franco, lento, libre, suelto, vacante, vacío
ανύπαντρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: célibataire, dégagé, exempt, franc, inoccupé, lâche, libre, quitte, vide
ανύπαντρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: celibe, nubile, scapolo, franco, lento, libero, vacante, vuoto
ανύπαντρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: enslig, ugift, åpenlys, fri, langsom, ledig, løs, lov, tom
ανύπαντρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: неженатый, холостой, волен, вольный, незанятый, открытый, пустой, свободен, свободный
ανύπαντρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enslig, ogift, fri, långsam, ledig, lös, öppen, sävlig
ανύπαντρος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: неженен
ανύπαντρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: poissmees, vallaline, tühi
ανύπαντρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: poikamies, avoin, avonainen, esteetön, irrallinen, joutilas, tyhjä
ανύπαντρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: neoženjen, neudana, otvoreno, slobodan
ανύπαντρος στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: slobodný
ανύπαντρος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nieżonaty, wolny
ανύπαντρος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вольны, пусты, свабодны
ανύπαντρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szabad
ανύπαντρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laisvas
ανύπαντρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desencobrido, desequipado, desocupado, despejado, franco, lento, livre, vago
ανύπαντρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: odprt, odprto, prosto
ανύπαντρος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безоплатний, вакантний, відкритий, вільний, гарантований, заповнений, звільнений, легковажно, наявний, незайнятий, повний, ситий, цілий
ανύπαντρος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ανύπαντροσ πατέρασ