lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανυπάκουος

Λεξικό: αγγλικά ανυπάκουος
Μεταφράσεις: defiant, disobedient, disobey, disobeying, disobeys, insubordinate, naughty, refractory, boisterous, fractious, mischievous, rambunctious, ungovernable, unmanageable, unruly, contumacious, deficient, obstreperous, recalcitrant, reluctant, resistant, resistive, restive, stubborn, tough
ανυπάκουος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nepoddajný, neposlušný, neukázněný, ohnivzdorný, vzdorovitý, vzpurný, bouřlivý, neovladatelný, nespoutaný, nezkrotný, prudký, jankovitý, odbojný, odolný, odporující, otužilý, pevný, stálý, vzdorující
ανυπάκουος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ungehorsam, widerspenstig, ausgelassener, übermütig, fest
ανυπάκουος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ulydig, sær
ανυπάκουος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desobediente, indecente, indócil, inobediente, insubordinado, recalcitrante, intratable, revoltoso, travieso, desmandado, fuerte, reacio, refractario, resistente, sólido
ανυπάκουος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: désobéissant, indiscipliné, indocile, insoumis, réfractaire, indisciplinable, insubordonné, mutin, pétulant, turbulent, rebelle, récalcitrant, rénitent, résistant, rétif, revêche
ανυπάκουος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: refrattario, renitente, turbolento, resistente, restio, riluttante
ανυπάκουος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ulydig, sær, tøylesløs, umedgjørlig, yster, gjenstridig
ανυπάκουος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: непослушный, непокорный, неподатливый
ανυπάκουος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: olydig, sär, yster
ανυπάκουος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: непаслухмяны, неслухмяны, непакорлівы, непакорны
ανυπάκουος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: engedetlen, rakoncátlan, szófogadatlan
ανυπάκουος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desobediente, recalcitrante, revoltoso, desmandado, refractário, resistente, sólido
ανυπάκουος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бунтарський, непіддатливий, неслухняний, пустотливий, шкідливий, бурхливий, непокірливий, непокірний, сердитий, упертий
ανυπάκουος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nieposłuszny, niesforny, oporny
ανυπάκουος στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuriton, sitkeä, vastahakoinen
ανυπάκουος στα φινλανδικά »