lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντιπροσωπεύω

Λεξικό: αγγλικά αντιπροσωπεύω
Μεταφράσεις: broach, delineate, depict, epitomize, feature, figure, introduce, perform, personate, portray, present, render, represent, submit, compose, comprise, constitute, fold, display, exhibit, expose, ex­pose, show, stage
αντιπροσωπεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: figura, figurovat, hrát, nabídnout, narýsovat, naznačit, obraz, obrazec, obrázek, osobnost, podat, podoba, podřídit, podrobit, poskytovat, postava, předložit, představit, představovat, předvádět, předvést, prezentovat, reprezentovat, ukázat, uvést, vyjadřovat, vylíčit, vyobrazit, vystupovat, zastoupit, zastupovat, znázornit, znázorňovat, zobrazit, zobrazovat, zpodobovat, tvořit, ustanovit, ustavit, utvořit, vytvářet, vytvořit, založit, zřídit, exponovat, rozložit, rozprostřít, ukazovat, vykládat, vyložit, vystavit, vystavovat
αντιπροσωπεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbilden, aufführen, ausmalen, bilden, darbieten, darlegen, darstellen, dartun, produzieren, schildern, vertreten, vor, vorlegen, vorstellen, repräsentieren, bedeuten, entscheiden, ausfertigen, auslegen, ausschreiben, aussetzen, ausstellen, herausstellen
αντιπροσωπεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskrive, figur, forestille, fremstille, præsentere, presenterne, repræsentere, servere, udføre, visa
αντιπροσωπεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: exhibir, figurar, ofrecer, presentar, proponer, representar, someter, trazar, constituir, formar, exponer, exponerse, mostrar
αντιπροσωπεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: exposer, figurer, présenter, proposer, représenter, tracer, constituer, décider, étalonner, faire, former, dénicher, étalager, étaler, expose
αντιπροσωπεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avanzare, esibire, esporre, figura, figurare, illustrare, presentare, raffigurare, rappresentare, ritrarre, sottomettere, sottoporre, costituire, formare, emettere, ostentare, sporgere
αντιπροσωπεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arta, avbilda, forelegge, forestille, fremstille, oppvise, presentere, visa, utgjøre
αντιπροσωπεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: излагать, изображать, представлять, составлять, выставлять
αντιπροσωπεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arta, avbilda, föreställa, visa, företräda, representera, utgöra, utställa
αντιπροσωπεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: высякаць, ляпіць, маляваць, паказваць, прадстаўляць, прыводзіць, рысаваць, састаўляць, складаць, складваць, укладаць
αντιπροσωπεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: esindama, esitlema
αντιπροσωπεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edustaa, ehdottaa, esitellä, esittää, kuvata, näyttää, muodostaa, perustaa
αντιπροσωπεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: podvrgnuti, činiti
αντιπροσωπεύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bemutat, bemutatkozik, bemutatni, előterjeszteni, jelen, prezentál, számjegy, képvisel, alkot, alkotni
αντιπροσωπεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atstovauti, reprezentuoti, simbolizuoti
αντιπροσωπεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apresentar, delinear, descrever, desenhar, figurar, imaginar, oferece, representar, traçar, constituir, formar, integrar, mostrar
αντιπροσωπεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ввести, вводити, викладати, викласти, викликати, виконайте, виконати, виконувати, висилати, вислати, висловити, висловіться, висловлювати, виступати, виступити, відбивати, відбити, віддзеркалити, віддзеркалювати, відновити, відновлювати, відображати, відображувати, відобразити, відправити, відрекомендувати, відтворити, відтворювати, втілити, втільте, втілювати, дарувати, дарунок, дзвеніти, дзвінок, дзвонити, доставити, доставляти, доставте, завдавати, завдати, задзвеніти, запропонувати, запропонуйте, змальовувати, змалюйте, знайомити, зображати, зображувати, зобразити, зобразіть, каблучка, кільце, малювати, малюнок, надіслати, надсилати, направити, направляти, нинішній, окреслити, окреслювати, описати, описувати, опишіть, пересилати, переслати, подарувати, подарунок, познайомити, посилати, послати, поставити, постать, постачайте, постачати, пошліть, представити, представляти, представте, презентувати, прислати, присутній, промовити, промовляти, пропонувати, рекомендувати, рекомендуйте, репрезентувати, репродукувати, символізувати, слати, сповідувати, сучасний, теперішній, уособити, уособлювати, фігура, характеризувати, характеризуйте, цифра, являти, меблювати, виграш, готовити, готувати, готуватися, дійти, досягати, досягнути, досягти, засновувати, заснувати, заставати, застати, зготувати, компіляція, компонувати, перерва, підготовити, підготовляти, підготувати, підготуйтеся, правописний, приготувати, приготуватися, простягатися, протягати, протягнути, протягувати, складати, складений, скласти, скомпілювати, скомпонувати, становити, сягати, сягнути, утворити, утворювати, чаклунство, чари
αντιπροσωπεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przedstawiać, reprezentować, stanowić, wystawiać
αντιπροσωπεύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αντιπροσωπεύω συνώνυμα, αντιπροσωπεύω εκπροσωπώ, αντιπροσωπεύω αγγλικα, αντιπροσωπεύω στα αγγλικα