lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντιπαθητικός

Λεξικό: αγγλικά αντιπαθητικός
Μεταφράσεις: abhorrent, abominable, awful, beastly, detestable, disgusting, distasteful, execrable, foul, hideous, loath, loathsome, lousy, nasty, nauseous, noisome, obnoxious, odious, piggish, poisonous, repellent, repugnant, repulsive, revolting, sordid, vile, wretched
αντιπαθητικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hanebný, hnusný, hrozný, nechutný, nenáviděný, nepříjemný, neslučitelný, nesympatický, odporný, odpudivý, odpuzující, ohavný, protivný, strašný
αντιπαθητικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abscheulich, ekelhaft, eklig, garstig, saumäßig, widerlich, widerwärtig, widrig
αντιπαθητικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: odiøs, skarve, ubehagelig
αντιπαθητικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abominable, asqueroso, detestable, fastidioso, repugnante, tedioso, vitando
αντιπαθητικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abominable, antipathique, dégoûtant, exécrable, fadasse, haïssable, innommable, odieux, rébarbatif, repoussant, répugnant
αντιπαθητικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disgustoso, odioso, repellente, ributtante, ripugnante, schifoso
αντιπαθητικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avskyelig, ekkel, heslig, motbydelig, odiøs, skarve, stygg, ubehagelig, ufyselig
αντιπαθητικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гадостный, мерзкий, ненавистный, отвратительный, отвратный, отталкивающий, противен, противный, ужасный
αντιπαθητικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anskrämlig, avskyvärd, enkel, frånstötande, ohygglig, otäck, ryslig, stygg, värdelös, vidrig
αντιπαθητικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агідны, адваротны, супрацьлеглы
αντιπαθητικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ilge
αντιπαθητικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ällöttävä, hirveä, iljettävä, inhottava, tympeä
αντιπαθητικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grozan, mrzak, neprijatan
αντιπαθητικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csúnya, iszonyatos, rút, undorító
αντιπαθητικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abominável, asqueroso, evitando, fastidioso, infernal, nefando, odioso, repugnante, repulsivo, tedioso
αντιπαθητικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ogaben
αντιπαθητικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безіменний, бридкий, брудний, вишикувати, вишикуватися, відворотний, вошивий, гидкий, гнилий, жахливий, загрозливий, звання, категорія, кепський, клас, класифікувати, мерзотний, нездоровий, ненависний, неохайний, неприємний, непристойний, несмачний, огидливий, огидний, отруйний, оцінити, оцінювати, патологічний, пекельний, підлий, погрозливий, потворний, прогнилий, проклятий, противляться, противний, ранг, розряд, ряд, солонуватий, страхітливий, страшний, ступінь, трухлий, трухлявий, хворобливий, чин, шикувати, шикуватися, шкідливий
αντιπαθητικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wstrętny
αντιπαθητικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αντιπαθητικόσ και δυσάρεστοσ άνθρωποσ, αντιπαθητικός συνώνυμο