lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντικειμενικός

Λεξικό: αγγλικά αντικειμενικός
Μεταφράσεις: aim, aiming, ambition, cause, design, destination, end, goal, mark, object, objective, point, purpose, purposelessly, scope, target, targeting, tee, lens, object-glass, object-lens, disinterested, argumentation, businesslike, business-like, factual, material, positive, real, substantive
αντικειμενικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: branka, cíl, gól, konec, mez, mezník, objekt, objektiv, objektivní, plán, položka, smrt, smysl, terč, účel, úmysl, určení, záměr, zánik, nestranný, nezaujatý, bytostný, faktický, podstatný, reálný, skutečno, skutečný, věcný
αντικειμενικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestimmung, ende, funktion, objektiv, schluss, ziel, zielsetzung, zweck, linse, sachlich, echt, real, wahr
αντικειμενικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bestemmelse, ende, formål, hensigt, korn, mål, objektiv, sigte, linse, upartisk, egentlig, virkelig
αντικειμενικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: blanco, cima, fin, final, finalidad, función, intento, meta, mira, objetivo, objeto, paradero, propósito, término, lente, ecuánime, concreto, material, pertinente, real
αντικειμενικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: buste, but, cible, compte, objectif, terme, cristallin, impersonnel, dit, pertinent, pièce, probant, réel, substantiel
αντικειμενικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bersaglio, chiusura, disegno, fine, goal, gol, meta, mira, obiettivo, oggettivo, porta, progetto, proposito, scopo, segno, traguardo, effettivo, reale
αντικειμενικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bestemmelse, formål, forsett, funksjon, hensikt, intensjon, korn, mål, objektiv, poeng, sikte, skyteskive, slutt, linse, saklig, upartisk, stoff
αντικειμενικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: конец, мишень, объективный, цель, линза, объектив, объективен, объектный, вещевой, дельный
αντικειμενικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ändamål, hensikt, korn, mål, målsättning, syfte, objektiv, ämne, saklig, stoff
αντικειμενικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fund, nishan, qëllim, shenjë, real
αντικειμενικός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: край
αντικειμενικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: иметь, цэль
αντικειμενικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eesmärk, lõpp, otstarve, siht, sihtmärk, tegelik
αντικειμενικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ampumataulu, loppu, maali, päämäärä, tarkoitus, tavoite, tosi, varsinainen
αντικειμενικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: cilj, kraj, stvaran
αντικειμενικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cél, célpont, gól, tárgy, tárgyi, lencse, dologi
αντικειμενικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: taikinys, tikslas, lęšis
αντικειμενικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alvo, fim, final, finalidade, função, funciona, intenção, intento, meta, mira, propósito, término, alanco, lente, equitativo, material, real
αντικειμενικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capăt, gol, obiectiv, scop, ţintă
αντικειμενικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cilj, konec
αντικειμενικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: амбіція, відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, ворота, гол, задача, заперечити, заперечувати, знак, іменник, котеня, куди, марка, межа, мета, мету, мітка, мішень, намагання, намір, ознака, оцінка, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, прагнення, предмет, призначення, прикмета, прицільна, прицільний, річ, слід, суперечити, ціль, честолюбність, честолюбство, чинність, штамп, безособовий
αντικειμενικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cel, obiektyw, obiektywny, rzeczowy
αντικειμενικός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: objektív
αντικειμενικός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αντικειμενικός ιδεαλισμός, αντικειμενικός καταλογισμός, αντικειμενικός προσδιορισμός αξίας ακινήτου, αντικειμενικός σκοπός, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, αντικειμενικόσ προσδιορισμόσ εκμίσθωσησ γεωργικήσ γησ, αντικειμενικός προσδιορισμός εκμίσθωσης γεωργικής γης 2012, αντικειμενικός προσδιορισμός γεωργικού εισοδήματος 2013, αντικειμενικός προσδιορισμός γεωργικού εισοδήματος, αντικειμενικός συνώνυμο