lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντιγράφω

Λεξικό: αγγλικά αντιγράφω
Μεταφράσεις: copy, download, duplicate, reiterate, transcribe, ape, emulate, imitate, impersonate, malinger, mimic, simulate, manifold, prescribe, retype, rewrite
αντιγράφω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kopírovat, napodobit, napodobovat, obkreslit, obtisknout, odkoukat, okopírovat, opisovat, opsat, přepsat, transkribovat, imitovat, padělat, předstírat, reprodukovat, rozmnožit, naordinovat, nařídit, předepsat, stanovit
αντιγράφω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: imitieren, kopieren, nachahmen, nachbilden, äffen, nachmachen, vervielfältigen, anordnen, befehlen
αντιγράφω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: efterligne, imitere, kopiere, nummer, afbild, forordne
αντιγράφω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calcar, copiar, transcribir, contrahacer, imitar, remedar, seguir, prescribir, recetar
αντιγράφω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: calquer, copier, transcrire, contrefaire, imiter, pasticher, singer, photocopier, polycopier, reproduire, ordonner, prescrire
αντιγράφω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: copiare, duplicare, trascrivere, contraffare, imitare, scimmiottare, ciclostilare, decretare, ordinare, prescrivere, ricopiare, riscrivere
αντιγράφω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avbild, avskrift, ettergjøre, kopiere, nummer, ape, etterape, etterligne, koia, anordna, forordne
αντιγράφω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: копировать, обезьянничать, передразнивать, подделать, подражать, размножать, переписывать, списывать
αντιγράφω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avbild, avskrift, efterbilda, exemplar, kopia, kopiera, nummer, efterapa, efterhärma, efterlikna, härma, duplicera, anordna
αντιγράφω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jäljentää, jäljitellä, kopioida, apinoida, monistaa, käskeä, määrätä, säätää
αντιγράφω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prepisati, propisati
αντιγράφω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: imituoti, kopijuoti
αντιγράφω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: copiar, transcrever, transcritor, contrafazer, imitar, prescrever
αντιγράφω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kopiować, naśladować, powielać, przepisywać
αντιγράφω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: імітаваць, наследаваць, пераймаць, запісваць, перамалёўваць, упісваць
αντιγράφω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: utánozni, átírni, átmásolni
αντιγράφω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: змагайтеся, зображати, зобразити, зобразіть, імітувати, наслідувати, переписувати, перепишіть
αντιγράφω στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: duplikát
αντιγράφω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αντιγράφω προστακτική, αντιγράφω αντέγραψε, πως αντιγράφω