lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανοσία

Λεξικό: αγγλικά ανοσία
Μεταφράσεις: immunity, privilege, inviolability, resistance, robustness, tolerance
ανοσία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chráněnost, imunita, nedotknutelnost, neporušitelnost, odboj, odolnost, odpor, pevnost
ανοσία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: immunität, unverletzlichkeit, widerstand, widerstandsfähigkeit
ανοσία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: immunitet, modstand
ανοσία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: inmunidad, incolumidad, inviolabilidad, resistencia
ανοσία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: immunité, intangibilité, inviolabilité, résistance, rusticité
ανοσία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: immunità, resistenza
ανοσία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: immunitet
ανοσία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: иммунизация, иммунитет, неприкосновенность, сопротивляемость, устойчивость
ανοσία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: immunitet
ανοσία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: имунитет, съпротивление
ανοσία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: імунітэт
ανοσία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: immuniteetti, koskemattomuus, vastarinta
ανοσία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mentesség, védettség
ανοσία στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: imunita
ανοσία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: звільнення, імунітет, недоторканість, пільга, привілей
ανοσία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: immunitet, nietykalność, odporność
ανοσία στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vastupanu
ανοσία στα εσθονική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: oposição, resistência
ανοσία στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

ανοσία ορισμός, ανοσία αγέλησ, ανοσία ppt, ανοσία στο τοξόπλασμα, ανοσία στην ερυθρά, ανοσία συνώνυμο, ανοσία λεξικο, ανοσία wiki, ανοσία μετάφραση, χυμική ανοσία