lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανοικτός

Λεξικό: αγγλικά ανοικτός
Μεταφράσεις: apparent, bald, evident, explicit, flagrant, forthright, manifest, open, overt, patent, plump, public, sheer, transparent, unclassified
ανοικτός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: evidentní, nápadný, nechráněný, nepokrytý, neskrývaný, obecenstvo, obecní, očividný, otevřený, patrný, prohlášení, publikum, samozřejmý, upřímný, veřejnost, veřejný, volný, zjevný, zřejmý
ανοικτός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: augenscheinlich, eklatant, ersichtlich, geöffnet, offen, offenbar, offenkundig, offensichtlich
ανοικτός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: indlysende, offentlig, synlig
ανοικτός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: descubierto, evidente, manifiesto, obvio, patente
ανοικτός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: déclaré, éclatant, esprit, évident, manifeste, ostensible, ouvert, patent, public
ανοικτός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aperto, manifesto, ovvio, palese, patente, pubblico
ανοικτός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åpen, åpenbar, innlysende, offentlig, øyensynlig, synlig
ανοικτός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гласный, заведомый, налицо, общественный, открытый, очевидный, явный
ανοικτός στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отворен, отворено
ανοικτός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адкрыты
ανοικτός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: avatud, ilmne
ανοικτός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aava, aukea, auki, aukinainen, avoin, avonainen, ilmeinen, julkinen, silminnähtävä, yleinen
ανοικτός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: javan, očevidan, otvoren, otvoreno
ανοικτός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: evidens, kézzelfogható, nyilvános
ανοικτός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: akivaizdus
ανοικτός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aberto, acusado, definido, evidente, explícito, extremado, inequívoco, manifesto, marcado, obvio, óbvio, ostensivas, patente, público
ανοικτός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: javen
ανοικτός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абсолютний, видимий, видний, вимовлений, виразний, вишикувати, вишикуватися, відвертий, голий, експліцитний, звичайний, зрозумілий, зухвалий, категорія, клас, класифікувати, невигадливий, незамаскований, незахищений, некрасивий, неослаблений, однокольоровий, озеро, оповіщення, оцінити, оцінювати, очевидний, позірний, показний, помітний, прилюдний, прозорий, простий, прямий, ранг, рівний, рівнина, роздягнений, роздягнутий, розряд, ряд, справжній, справжнісінький, ступінь, цілковитий, чин, чистий, шикувати, шикуватися, явний, ясний
ανοικτός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jawny
ανοικτός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ανοικτός μαγνητικός τομογράφος, ανοικτός μαγνητικός τομογράφος θεσσαλονίκη, ανοικτός αρτηριακός πόρος, ανοικτός διαγωνισμός, ανοικτός μαγνητικός τομογράφος αθήνα, ανοικτός μαγνητικός τομογράφος πειραιάς, ανοικτός μαγνητικός τομογράφος στη θεσσαλονίκη, ανοικτός διεθνής διαγωνισμός, ανοιχτός αλληλόχρεος λογαριασμός, ανοικτός πνευμοθώρακας