lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανθεκτικός

Λεξικό: αγγλικά ανθεκτικός
Μεταφράσεις: foolproof, hardy, immune, impervious, insusceptible, leisure, proof, resilient, resistant, resistible, stanch, tolerant, contumacious, defiant, deficient, disobedient, obstreperous, recalcitrant, refractory, reluctant, resistive, restive, stubborn, tough
ανθεκτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odolný, otužilý, pevný, stálý, vytrvalý, vzdorující, jankovitý, odbojný, odporující, ohnivzdorný, vzdorovitý, vzpurný
ανθεκτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fest, immun, widerstandsfähig, ungehorsam, widerspenstig
ανθεκτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bestandig, immun, ulydig
ανθεκτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: impasible, inmune, resistente, desmandado, desobediente, fuerte, reacio, refractario, sólido
ανθεκτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: immunisé, invulnérable, résistant, rustique, travaux, désobéissant, rebelle, récalcitrant, réfractaire, rénitent, rétif, revêche
ανθεκτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: immune, resistente, refrattario, renitente, restio, riluttante
ανθεκτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bestandig, immun, uimottakelig, gjenstridig, ulydig
ανθεκτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выносливый, невосприимчивый, устойчивый, неподатливый, непокорный, непослушный
ανθεκτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beständig, immun
ανθεκτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: immúnis, védett
ανθεκτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: resistente, desmandado, desobediente, refractário, sólido
ανθεκτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odporny, oporny
ανθεκτικός στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sitkeä, vastahakoinen
ανθεκτικός στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

ανθεκτικός σταφυλόκοκκος, ανθεκτικός παρθενικός υμένας, ανθεκτικόσ συνώνυμο, ανθεκτικός ετυμολογία, ανθεκτικός συνώνυμα, ανθεκτικός στα αγγλικά, ανθεκτικός ασκίτης, ανθεκτικός translation