lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανησυχώ

Λεξικό: αγγλικά ανησυχώ
Μεταφράσεις: agitate, alarm, annoy, bother, discomfort, disquietude, distract, disturb, faze, harass, haunt, infest, intrude, perturb, ruffle, trouble, worry
ανησυχώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: alarmovat, dotírat, dráždit, lekat, mučit, narušovat, obtěžovat, pobouřit, polekat, porušit, rozrušit, rušit, soužit, sužovat, trápit, trýznit, vyrušit, zlobit, znepokojit, znepokojovat
ανησυχώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beängstigen, beunruhigen, quälen
ανησυχώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alarm, bekymre, forurolige, grue, larm, plage, uro
ανησυχώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alarmar, alterarse, apurarse, conturbar, desasosegar, incomodar, inquietar, perturbar, turbar
ανησυχώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alarmer, angoisser, chiffonner, harceler, infester, inquiéter, molester, perturber, préoccuper, tracasser
ανησυχώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agitarsi, angosciare, inquietare, molestare, turbare
ανησυχώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alarm, bekymre, bråk, bry, forurolige, grue, larm, ora, plage, uleilige, uro
ανησυχώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспокоить, тревожить
ανησυχώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: alarm, alarmera, anfäkta, ängsla, bråk, larm, oroa
ανησυχώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shqetësoj
ανησυχώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: непакоіць, трывожыць, турбаваць, хваляваць
ανησυχώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hälyttää, hätyyttää, kiusata, vaivata
ανησυχώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aggódik, nyugtalanítani, szorong
ανησυχώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afligir, agitar, alarmar, conturbar, impacientar, incomodar, inquietar, perturbar, preocupar
ανησυχώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: skrbeti
ανησυχώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бентежте, гризніть, жовч, знесильте, надокучати, надокучте, нездужайте, непокоїти, порушити, порушувати, потурбувати, руйнувати, стурбувати, точити, тривога, тривожити, турбувати, турбуйте
ανησυχώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niepokoić
ανησυχώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ανησυχώ στίχοι, ανησυχώ συνώνυμα, ανησυχώ - ελένη δήμου στίχοι, ανησυχώ τερζής lyrics, ανησυχώ τερζής, ανησυχώ για σένα ανησυχώ, ανησυχώ τερζής στιχοι, ανησυχώ δήμου, ανησυχώ συνώνυμο, ανησυχώ μήπως