lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανεβαίνω

Λεξικό: αγγλικά ανεβαίνω
Μεταφράσεις: mount, assemble, edit, erect, fit, crew, crow, ascend, ascends, climb, ramble, ramp, board, embark, clamber, rise, scale, scramble, shin, accede, enter, join
ανεβαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: montovat, nasednout, stoupat, vyšlapat, vystoupit, kokrhat, lézt, nastoupit, popínat, přelézat, přelézt, slézat, šplhat, vystupovat, narůstat, vycházet, vzlínat, vzpřímit, vzrůstat, vztyčit, zvýšit, zvyšovat, přistoupit, vcházet, vejít, vkročit, vniknout, vstoupit, vstupovat
ανεβαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: montar, ajustar, armar, cacarear, cantar, ascender, escalar, subir, trepar, adherir, entrar, ingresar
ανεβαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: monter, chanter, coqueliner, coqueriquer, escalader, gravir, grimper, augmenter, dresser, entrer
ανεβαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: montare, arrampicarsi, salire, scalare, scalata, entrare
ανεβαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: садить, монтировать, кукарекать, петь, восходить, вступать, входить, влезать, забирать, залазить, залезать, лазать
ανεβαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падымаццa
ανεβαίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: montar, ajustar, armar, ascender, escalada, escalar, subir, aumentar, entrar, ingressar
ανεβαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dosiadać, montować, piać, wsiadać, wspinać, wstępować, włazić
ανεβαίνω στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufbauen, montieren, gekräht, krähen, ersteigen, klettern, klimmen, steigen, einsteigen, hinauf, sich, aufsteigen, aufzusteigen, beitreten, beschreiten, betreten, eintreten
ανεβαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: montere, gale, klatre, bestige, stige
ανεβαίνω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: montere, gale, klatre, bestige, stige
ανεβαίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: installera, montera, bestige, klättra, beträda
ανεβαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asentaa, kohota, kavuta, kiivetä, nousta, enetä
ανεβαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szerelni, varjú, mászás, beszáll, beszállni, felszáll, felszállni, emelkedés
ανεβαίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: penjanje
ανεβαίνω στα κροατικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngjitem, aderoj, hyj
ανεβαίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sisenema
ανεβαίνω στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vstopiti
ανεβαίνω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ανεβαίνω σκαλοπάτια στίχοι, ανεβαίνω προστακτική αορίστου, ανεβαίνω προστακτική ενεστώτα, ανεβαίνω σκαλοπάτια, ανεβαίνω extra 3μ, ανεβαίνω extra, ανεβαίνω στη συκιά, ανεβαίνω στη μηλιά, ανεβαίνω συνώνυμα, ανεβαίνω κλιση