lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναψυχή

Λεξικό: αγγλικά αναψυχή
Μεταφράσεις: lie-down, recreation, refreshment, repose, reposeful, rest, amusement, distraction, diversion, enjoyment, entertainment, game, pastime, sport, absentmindedness, absent-mindedness, forgetfulness
αναψυχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klid, oddech, odpočinek, osvěžení, poklid, přestávka, rekreace, zábava, kratochvíle, obveselení, pobavení, potěšení, radost, rozptýlení, veselost, vyražení, roztržitost
αναψυχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erholung, pause, rast, rest, ruhe, belustigung, kurzweil, unterhaltung, vergnügung, zeitverschwendung, zeitvertreib, zerstreuung, geistesabwesenheit
αναψυχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afslapning, hvil, hvile, pause, rast, rekreation, ro, forlystelse, fornøjelse, moro, tidsfordriv, underholdning
αναψυχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: descanso, diversión, recreación, reposo, solaz, tregua, deporte, distracción, entretenimiento, juego, océano, pasatiempo, recreo
αναψυχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: délassement, délasser, distraction, récréation, repos, agrément, amusement, amusette, dissipation, divertissement, hochet, loisir, passe-temps, plaisance, inattention
αναψυχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: quiete, ricreazione, riposo, sosta, svago, diletto, diporto, distrazione, divertimento, intrattenimento, passatempo, spasso
αναψυχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avslapning, hvil, hvile, rast, rekreasjon, ro, atspredelse, avkoppling, distraksjon, forlystelse, fornøyelse, løyer, moro, morskap, tidsfordriv, underholdning
αναψυχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отдохновение, отдых, зрелищность, отвлечение, развлечение, рассеянность
αναψυχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: andrum, avslappning, rast, vila, avkoppling, förströelse, nöje, tillställning, underhållning, distraktion
αναψυχή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: покой, забавление, игра, развлечение
αναψυχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адпачынак, спачын, адцягванне, вы, забава, пацеха
αναψυχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: puhkus, ajaviide, meelelahutus
αναψυχή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huvitus, lepo, tauko, viihdyke, ajanviete, hauskuus, huvi, lysti, ratto, virkistys
αναψυχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: odmor, dokolica, zabava
αναψυχή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: pihenés, szórakozás, mulatság, szórakozottság
αναψυχή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: miegas, poilsis, pramoga, ramybė, pasilinksminimas
αναψυχή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: descanso, recreio, recreou, deporte, distracção, diversão, divertimento, entretenimento
αναψυχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відпочивати, відпочинок, відпочити, перепочивати, перепочити, перерва, підкріплення, покладатися, спочивати, абстракція, вивезення, відвертання, відволікання, відхил, відхилення, гра, джерело, дичина, забава, зняття, партія, послаблення, релаксація, ресурс, розвага, розвагу, розважання, флірт
αναψυχή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odpoczynek, rozrywka, roztargnienie
αναψυχή στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: argëtim
αναψυχή στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zabava
αναψυχή στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zábava
αναψυχή στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αναψυχή συνωνυμα, αναψυχή ετυμολογία, αναψυχή ορισμός, αναψυχή στο δάσος, αναψυχή στα αγγλικά, αναψυχή συνωνυμο, αναψυχή λεξικο, αναψυχή βικιπαιδεια, δασική αναψυχή, αθλητική αναψυχή