lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναφέρω

Λεξικό: αγγλικά αναφέρω
Μεταφράσεις: adduce, cite, quote, verbatim, mention, advert, sue, summon, allege, yield, allude, alternate, barter, change, deputize, enumerate, exchange, interchange, name, reciprocate, reline, replace, specify, swap
αναφέρω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: předvolat, uvádět, uvést, jmenovat, vzpomenout, obeslat, povolat, přivolat, přivolávat, zavolat, nést, přinášet, rodit, vynášet, vynést, kurs, měnit, nahradit, nahrazovat, nazvat, nazývat, nominovat, pojmenovat, přeměnit, přesednout, prohodit, proměnit, směna, stanovit, střídat, ustanovit, vyjmenovat, výměna, vyměnit, vyměňovat, vypočítávat, vystřídat, zaměnit, změna, změnit
αναφέρω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anführen, zitieren, bemerken, erwähnen, klagen, vorladen, angeben, heranrollen, vorbringen, abändern, ändern, austauschen, auswechseln, benennen, einwechseln, nennen, tauschen, umtauschen, umwechseln, verändern, vertauschen, wechseln
αναφέρω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: citere, omtale, kalde, råbe, cetera, ændre, bylt, bytte, erstatte, forandre, omkastning, udveksling, veksle
αναφέρω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aducir, citar, mencionar, mentar, alegar, traer, recordar, alterar, apellidar, cambiar, cambio, canjear, especificar, intercambiar, intercambio, llamar, mudar, nombrar, nombre, permutar, sustitución, sustituir, trocar
αναφέρω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alléguer, citer, mentionner, ajourner, appeler, assigner, apporter, rapporter, change, changer, dire, échange, échanger, énumérer, nommer, permuter, remplacer, substituer, troquer
αναφέρω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addurre, citare, menzionare, chiamare, alternare, baratto, cambiare, cambio, mutare, nominare, numerare, permuta, rimpiazzare, scambiare, scambio, sostituire, surrogare, variare
αναφέρω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: andra, sitere, nevne, omtale, cetera, bylt, bytte, erstatte, forandre, omkastning, utbytte, utveksle, utveksling, veksle
αναφέρω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: цитировать, упоминать, прикатывать, помянуть, упомнить, упомянуть, выменивать, изменять, менять, называть, обменивать, разменивать, процитировать
αναφέρω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: andra, anföra, citera, föredra, nämna, omnämna, omtala, ändra, ändring, byt, omkastning, omväxling, växla
αναφέρω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цытаваць, абменьваць, заменьваць, мяняць
αναφέρω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mainita, siteerata, kutsua, muuttaa, nimetä, sanoa, vaihtaa, vaihto
αναφέρω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: citál, megemlít, megjegyez, beidéz, cserél, kicserélni, pénzváltás, idéz
αναφέρω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: citar, mencionar, ementar, chamar, intimar, alegar, alterar, apelidar, cambiar, cambio, câmbio, clamar, denominar, especificar, intercambio, modificar, mudar, nomear, permutar, substituição, troca, trocar
αναφέρω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cita, schimb, schimba
αναφέρω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: процитувати, цитувати, вантажівка, клеймо, котлета, обмінювати, поратися, риза, рубати, сікти, січеник, справитися, справлятися, товарообмін, упоратися, управитися, шаткувати
αναφέρω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cytować, nadmieniać, nadmienić, pozywać, przytaczać, wspomnieć, wymieniać, zacytować
αναφέρω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përmend, ndërroj
αναφέρω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mainima, muutma, nimetama, vahetama
αναφέρω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pozvati, promijeniti, razmjena
αναφέρω στα κροατικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: назовавам, обмен
αναφέρω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: drobiž, zamenjati
αναφέρω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αναφέρω συνώνυμα, αναφέρω κλίση, αναφέρω αγγλικά, αναφέρω προστακτική, αναφέρω αόριστος, αναφέρω βικιλεξικο, αναφέρω ορισμός, αναφέρω σημασία, αναφέρω ανέφερα, αναφέρω wiki