lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναταραχή

Λεξικό: αγγλικά αναταραχή
Μεταφράσεις: agitation, arousal, elation, excitation, excitement, flurry, fluster, incitement, simmer, titillation, turmoil, commotion, motion, movement, shake-up, stir, wag
αναταραχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: agitace, buzení, dráždění, míchání, navádění, nepokoj, pobouření, pobuřování, podněcování, podráždění, podrážděnost, povzbuzení, rozruch, rozrušení, ruch, vzruch, vzrušení, zmatek, zmítání, chod, hnutí, návrh, pohyb, pozdvižení
αναταραχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: agitation, aufregung, erregen, erregung, bewegung
αναταραχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: affekt, rørelse, uro, alarm, bevægelse, røre
αναταραχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agitación, exaltación, excitación, fiebre, movimiento
αναταραχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enfièvrement, exaltation, excitation, stimulation, agitation, branle-bas, émoi, motion, mouvement, remuement
αναταραχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eccitazione, irrequietezza, agitazione, mossa, moto, movimento
αναταραχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: affekt, opphisselse, rørelse, sinnsbevegelse, spenning, uro, alarm, bevegelse, oppstyr, røre
αναταραχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: возбуждение, волнение, движение, жест
αναταραχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affekt, oväsen, rörelse, sinnesrörelse, spänning, upphetsning, uppror, uppståndelse, alarm
αναταραχή στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: настройванне, распачынанне, узбуджэнне, узніманне, хваляванне
αναταραχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: levottomuus, koneisto, liike
αναταραχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felizgatás, felizgatottság, izgalom, megmozdulás
αναταραχή στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agitação, alvoroço, alarma, marejada, movimento
αναταραχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: agitaţie, nelinişte
αναταραχή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vzrušenie
αναταραχή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: агітація, бродіння, емоція, заворушення, загорітися, закипання, захоплення, збудження, кипучість, порушення, почуття, роздратування, стимулювання, стимуляція, тривога, хвилювання, бульба, відчуття, галас, гамір, гомін, гук, занепокоєння, збентеження, згоряння, кипіти, море, морський, неспокій, приморський, пузир, пузирчик, пульсація, розруха, струс, турбується, чуття, шум
αναταραχή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podniecenie, poruszenie
αναταραχή στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lëvizje
αναταραχή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: движение
αναταραχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: liikumine
αναταραχή στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pokret
αναταραχή στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eiga, judesys, mostas
αναταραχή στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αναταραχή φύλου, αναταραχή συνώνυμο, αναταραχή στις τράπεζες – καταθέτες τραβάνε χρήματα, αναταραχή αγγλικά