lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανασφαλής

Λεξικό: αγγλικά ανασφαλής
Μεταφράσεις: ambiguous, chancy, choppy, dicey, doubtful, dubious, erratic, foggy, groggy, iffy, indecisive, insecure, nonplussed, nonsolid, parlous, precarious, questionable, shaky, slippery, tentative, tottery, uncertain, unreliable, unsafe, unsettled, unsteady, unsure, untrustworthy, vague
ανασφαλής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bloudivý, hladký, klouzavý, kluzký, náhodný, nejistý, nerozhodný, nestálý, neurčitý, ošemetný, pochybný, pochybovačný, prekérní, proměnlivý, riskantní, rozkolísaný, váhající, váhavý, zmatený
ανασφαλής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fraglich, unbestimmt, ungewiss, unglaubwürdig, unsicher, unzuverlässig, wacklig, windig, zweifelhaft
ανασφαλής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: usikker
ανασφαλής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dudoso, incierto, inconstante, indeciso, inseguro, perplejo, precario
ανασφαλής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aléatoire, chanceux, douteux, glissant, hésitant, hypothétique, incertain, inconstant, indécis, insécurité, journalier, ondoyant, perplexe, précaire, sujet, vacillant, vacillatoire, variable
ανασφαλής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dubbio, dubbioso, incerto, indeciso, malsicuro, precario, scivoloso, variabile, volubile
ανασφαλής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: glatt, tvilsom, ubesluttsom, upålitelig, usikker, utrygg, uviss
ανασφαλής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изменчивый, ненадежный, неопределенный, непостоянный, нерешительный, неуверенный, сомнительный
ανασφαλής στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: osäker, ostadig, oviss, vansklig
ανασφαλής στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ebakindel, kaheldav, küsitav
ανασφαλής στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäiltävä, epäröivä, epätietoinen, epävarma
ανασφαλής στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nesiguran
ανασφαλής στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bizonytalan, kétséges, sikamlós, síkos, tétova
ανασφαλής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: abejotinas
ανασφαλής στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aleatório, incerto, inconstante, indeciso, inseguro
ανασφαλής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: neistý
ανασφαλής στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niepewny
ανασφαλής στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ανασφαλής άντρας, ανασφαλής προσκόλληση, ανασφαλής σύντροφος, ανασφαλής άνθρωπος, ανασφαλής συνώνυμα, ανασφαλής γυναίκα, ανασφαλής αγγλικά, είμαι ανασφαλής