lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναστατώνω

Λεξικό: αγγλικά αναστατώνω
Μεταφράσεις: capsize, careen, fall, flip, overthrow, overturn, purl, subvert, topple, toss, tumble, upend, upset, upturn
αναστατώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obracet, obrátit, poklopit, porazit, povalit, překlopit, překotit, převalit, převrátit, převrhnout, rozrušit, rušit, skácet, svrhnout, vzrušit, znepokojit, znepokojovat
αναστατώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: stören, stürzen, überschlagen, umdrehen, umfallen, umkippen, umlegen, umschlagen, umstoßen, umstürzen, umwerfen
αναστατώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: derribar, postrar, revolcar, revolver, tirar, trastornar, volcar
αναστατώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bouleverser, bousculer, chambarder, culbuter, déranger, discontinuer, farfouiller, fourgonner, intervertir, renverser, retourner, tourner
αναστατώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbattere, rovesciare, sconvolgere
αναστατώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: velte
αναστατώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: опрокидывать, переворачивать, сшибать
αναστατώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: stjälpa
αναστατώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përmbys
αναστατώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kääntää, kaataa, keikahtaa
αναστατώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felborulni, felfordulni
αναστατώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: derribar, entornar, revirar, tirar
αναστατώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przewracać
αναστατώνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αναστατώνω συνώνυμα, αναστατώνω αγγλικά