lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναπτύσσομαι

Λεξικό: αγγλικά αναπτύσσομαι
Μεταφράσεις: acquire, advance, develop, elaborate, evolve, expand, form, germinate, prosper, unfold, unfurl, unreel, unroll, unwind, unwrap
αναπτύσσομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klíčit, odhalit, odhalovat, odmotat, odvíjet, odvinout, prosperovat, prospívat, rozbalit, rozkládat, rozložit, rozprostřít, rozšířit, roztáhnout, rozvádět, rozvést, rozvíjet, rozvinout, šířit, školit, tvarovat, tvořit, utvářet, utvořit, vyklíčit, vyškolit, vytvořit, vyvíjet, vyvinout, vzkvétat, zformovat
αναπτύσσομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abrollen, aufrollen, aufwickeln, ausbilden, entfalten, entwickeln, gedeihen, keimen, schulen, trainieren
αναπτύσσομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gestalt, uddanne
αναπτύσσομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cultivar, desarrollar, desarrollarse, desdoblar, desenrollar, desenvolver, desenvolverse, desplegar, extender, fomentar, izar, medrar, prevalecer, prosperar, revelar
αναπτύσσομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: débobiner, délover, déplier, déployer, dérouiller, dérouler, développer, enverguer, épanouir, étendre, former, germer, prospérer
αναπτύσσομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ampliare, dispiegare, evolvere, formare, incrementare, plasmare, sbocciare, sviluppare, svilupparsi, svolgere, svolgersi
αναπτύσσομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fremkalle, gestalt, utfolde, utvikle
αναπτύσσομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: развертывать, развёртывать, развивать, разворачивать, разматывать
αναπτύσσομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: expandera, förlöpa, gestalt, utveckla
αναπτύσσομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zhvilloj
αναπτύσσομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: разбіваць, размотваць, раскідаць, раскідваць, раскручваць
αναπτύσσομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õitsema
αναπτύσσομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kehittää, kukoistaa, levittää
αναπτύσσομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fejleszt, fejleszteni, fejlődik, kifejlődik
αναπτύσσομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dresiruoti, mokyti
αναπτύσσομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desdobrar, desenvolver, despregar, fomentar, prosperar, revelar
αναπτύσσομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виявити, виявіть, виявляти, дотримуватися, еволюціонувати, котушка, культивувати, купа, обробити, обробіть, обробляти, опрацьовувати, опрацювати, похитнутися, поширити, поширтеся, поширювати, прослідкувати, проявити, проявляти, розбудовувати, розбудувати, розвертати, розвивайтеся, розвивати, розвиватися, розвиньтеся, розгорніться, розгорнути, розгортати, розмотайтеся, розмотувати, розробити, розробляти, розуміти, розширити, розширювати, розширюватися, розширяти, розширятися, слідкувати, слідуйте, хитатися, хитнутися, ширити, ширшати
αναπτύσσομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozwijać
αναπτύσσομαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αναπτύσσομαι συνώνυμα, αναπτύσσομαι ρήμα, αναπτύσσομαι στα αγγλικα, αναπτύσσομαι κλιση