lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναμένω

Λεξικό: αγγλικά αναμένω
Μεταφράσεις: abide, await, expect, hold, listen, wait, abode, anticipate, hope
αναμένω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čekat, očekávat, počkat, vyčkávat, doufat
αναμένω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abwarten, entgegensehen, erwarten, gewartet, warten, harren, hoffen, vermuten
αναμένω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afvente, forvente, vente, håbe
αναμένω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aguardar, esperar
αναμένω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attendre, droguer, laisser, espérer, compte, doute, escompter
αναμένω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aspettare, attendere, sperare
αναμένω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forvente, vente, avvente, imøtese, pårekna, håpe
αναμένω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ждать, ожидать, поджидать, предстоять, предвидеть, чаять
αναμένω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bida, dröja, vänta, avbida, påräkna
αναμένω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pres
αναμένω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чакаць
αναμένω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ootama, lootma
αναμένω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: odottaa, toive, toivo, toivoa
αναμένω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čekati
αναμένω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vár, elvár
αναμένω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laukti, tikėtis, viltis
αναμένω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aguardar, esperar
αναμένω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aştepta
αναμένω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: годинник, дивитися, ждати, залишатися, залишитися, зупинятися, лишатися, лишитися, надіятися, очікувати, очікуйте, перебування, перебувати, перебудьте, пильнувати, пожити, проживати, чекайте, чекати, вважати, гадати, дожидати, думайте, думати, затримати, затримувати, захопити, захоплювати, мислити, міркувати, обдумайте, обдумувати, обміркувати, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, побоюватися, подумати, поміркувати, сподіватися, усвідомте
αναμένω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czekać, oczekiwać, spodziewać
αναμένω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: upati
αναμένω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αναμένω συνώνυμο, αναμένω προστακτική, αναμένω αόριστος, αναμένω english, αναμένω την απάντηση σασ, αναμένω κλίση, αναμένω στα αγγλικά, αναμένω λεξικο, αναμένω ορισμός, αναμένω σημασια