lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανακρίνω

Λεξικό: αγγλικά ανακρίνω
Μεταφράσεις: analyze, assay, canvass, check, examine, explore, inquire, inspect, interrogate, investigate, prove, query, research, scan, scout, screen, scrutinize, search, sift, study, survey, test, auditioned, auditioning, hear, rehear, ask, demand, enquire, existence, poll, question
ανακρίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bádání, bádat, dohlížet, hledání, hloubat, kontrolovat, ohledat, pátrání, pátrat, pozorovat, přebrat, přehlédnout, přehlížet, probádat, prohledat, prohlédnout, prohlížet, prozkoumat, průzkum, studovat, uvažovat, vyhledávání, vyšetřit, vyšetřovat, vyslýchat, vyzkoušet, výzkum, zkontrolovat, zkoumat, zkoušet, dotaz, otázka, poptávka, požádat, požadavek, požadovat, prosit, vyžadovat, žádat, žádost
ανακρίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfragen, aufklären, beobachten, durchsuchen, erforschen, forschen, fragen, nachforschen, prüfen, studieren, suchen, überprüfen, untersuchen, abhören, aushorchen, überhören, verhören, vernehmen, befragen, bitten, fordern, verlangen, angefragt, gefragt, anfragen
ανακρίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forhøre, forske, forskning, granske, kontrollere, studere, undersøge, undersøgelse, bede, efterspørgsel, fordre, forespørgsel, krav, sparre, spørge, spørgsmål
ανακρίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: analizar, averiguar, estudiar, examinar, explorar, fondear, indagar, inquirir, inspeccionar, interrogar, investigar, reconocer, registrar, requerir, sondear, tantear, demanda, demandar, pedir, pregunta, preguntar, solicitar
ανακρίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ausculter, confesser, étudier, examiner, explorer, fouiller, inspecter, interroger, observe, observer, questionner, recherche, rechercher, sasser, scruter, sonder, spéculer, demande, demander, question
ανακρίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: approfondire, controllare, esaminare, esplorare, interrogare, investigare, ispezionare, ricerca, ricercare, saggiare, scrutare, visitare, chiedere, domanda, domandare, esigenza, quesito, questione, richiedere, richiesta
ανακρίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avprova, etterforske, etterse, forhøre, forska, forske, forskning, gjennomgå, granska, granske, kontrollere, leting, reviera, snoka, søk, studere, undersøke, undersøkt, utforske, avhøra, be, etterspørsel, fordra, forespørsel, krav, krava, spørre, spørsmål, yrka
ανακρίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изучать, исследовать, обследовать, обсуждать, осматривать, расследовать, допрашивать, опрашивать, прослушивать, поспрашивать, просить, спрашивать, вопросить, запросить, спросить, вопрошать
ανακρίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avprova, forska, forskning, granska, probera, revidera, snoka, undersöka, ventilera, avhöra, rannsaka, anmaning, anspråk, åtspörja, be, fordra, förfråga, krav, kräva, tillspörja, yrka, fråga
ανακρίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kontrolloj, kërkoj, pyes, pyetje
ανακρίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: питам, моля
ανακρίνω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даследаваць, выклікаць, патрабаваць, прасіць, пытацца, спаганяць
ανακρίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õppima, küsima, küsimus
ανακρίνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: etsiä, harkita, kuulustella, lukea, opiskella, tarkastaa, tarkastella, kuulla, asia, kysyä, kysymys, pyydellä, vaatia
ανακρίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pitati, pitanje
ανακρίνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kutatni, vizsgál, végighallgat, kérdezni, megkérdez, megkérdezni
ανακρίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mokytis, studijuoti, klausimas, problema
ανακρίνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: analisar, averiguar, buscar, ensaiar, escavar, estudar, examinar, explorar, fiscalizar, historiar, indagar, inquirir, inspeccionar, interrogar, investigar, ondear, pesquisar, preparar, reconhecer, tactear, vistoriar, demanda, demandar, interrogação, pedir, pergunta, perguntar, postular, solicitar
ανακρίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vprašati
ανακρίνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вивчати, вивчити, вчити, досліджувати, дослідити, дослідіть, оглядати, оглянути, перевірити, розвідати, розвідувати, розслідувати, шукати, довідатися, довідуватися, допитати, допитувати, запитайте, запитати, запитувати, питати, питатися, попросити, поцікавитися, просити, прохати, розпитайте, розпитати, розпитувати, спитати, цікавитися, запрошувати, опитайте
ανακρίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: badać, przesłuchiwać, pytać, zapytać, zapytywać
ανακρίνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ανακρίνω αγγλικά, διακρίνω συνώνυμα