lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανακούφιση

Λεξικό: αγγλικά ανακούφιση
Μεταφράσεις: alleviation, consolation, relief, solace, abatement, allowance, comfort, remission, respite, appeasement, assuagement, attenuation, liberalization, mitigation, modification, relaxation
ανακούφιση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: zmírnění, odlehčení, snížení, ulehčení, úleva, útěcha, oslabení, tlumení, zeslabení, zmenšení, zředění
ανακούφιση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: linderung, erleichterung, ermäßigung, milderung
ανακούφιση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alivio, sosiego, bonificación, consuelo, desahogo, descuento, solaz, aliviar, atenuación
ανακούφιση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adoucissement, allégeance, allégement, baume, facilité, quel, soulagement, atténuation, mitigation, palliation, radoucissement
ανακούφιση στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lisa, lettelse, lise
ανακούφιση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: успокоение, льгота, облегчение, одолжение, послабление, смягчение
ανακούφιση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lisa, lättnad
ανακούφιση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kevennys, lievennys, helpotus, huojennus
ανακούφιση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ublaženje
ανακούφιση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: könnyítés, engedmény, enyhülés, kedvezmény, megkönnyebbülés
ανακούφιση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alivio, alívio
ανακούφιση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ukojenie, ulga, złagodzenie
ανακούφιση στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lettelse, lise
ανακούφιση στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sollievo, attenuazione
ανακούφιση στα ιταλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: палёгка
ανακούφιση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: úľava
ανακούφιση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: допомога, заспокоєння, звільнення, підкріплення, полегшення, розмаїтість
ανακούφιση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ανακούφιση συνώνυμα, ανακούφιση από ωτίτιδα, ανακούφιση από πονοκέφαλο, ανακούφιση από βήχα, ανακούφιση από πονόλαιμο, ανακούφιση από αιμορροίδες, ανακούφιση από πονόδοντο, ανακούφιση από πόνο στη μέση, ανακούφιση από τσιμπήματα κουνουπιών, ανακούφιση από πόνους περιόδου