lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανακατεύω

Λεξικό: αγγλικά ανακατεύω
Μεταφράσεις: disturb, mess, muddle, puddle, sully, abash, agitate, alloy, blend, churn, commingle, compound, confound, confuse, interfere, intermingle, intermix, interpose, mash, meddle, meddlesome, meddling, mingle, mix, recombine, scramble, stir, admix, jumble, discomfit, discompose, flummox, merge, perplex
ανακατεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kazit, míchat, narušovat, poplést, porušit, rušit, znepokojit, dezorientovat, legovat, mást, míchání, míchanina, mísit, namíchat, plést, pomíchat, promíchat, promísit, sblížit, sloučit, slučovat, směs, směsice, směšování, smíchat, smíšenina, smísit, splést, spojit, umíchat, zahanbit, zamíchat, zamotat, zkazit, zmást, pokazit, pomást, přimíchat, slít
ανακατεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: trüben, gemischt, mischen, mixen, quirlen, rühren, verbinden, vermischen, verwirren, mengen, vermengen, verwechseln, verblüffen
ανακατεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abismar, enturbiar, envolver, turbar, alear, amasar, confundir, danzar, enmarañar, entreverar, entrometerse, intrincar, jugar, mecer, mezcla, mezclar, revolver, alterar, chafar
ανακατεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brouiller, tripoter, troubler, allier, brasser, confondre, désorienter, embrouiller, enchevêtrer, entremêler, immiscer, mélanger, mêler, mixtionner, panacher, désajuster, détraquer, égarer, déconcerter, décontenancer, déferrer, démonter, interloquer
ανακατεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disturbare, commistione, composto, confondere, frammezzare, immischiarsi, impastare, mescere, mescolare, miscela, mischiare, miscuglio, mistura, scambiare, sbalordire, sconcertare
ανακατεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспокоить, мутить, вмешивать, мешать, перемешивать, перетасовывать, помешивать, размешивать, смешивать, помешать, озадачить, смешать, смутить
ανακατεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: häiritä, hämätä, hämmentää, sekaannuttaa, sekoittaa, sekoitus, seos, sotkea
ανακατεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: perturbar, atrapalhar, balear, baralhar, confundir, interferir, mesclar, mexer, mistura, misturar, revolver
ανακατεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mącić, mieszać, pomieszać, zmieszać
ανακατεύω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blande, blanding, forvirre, mikse, desorientere, forbytte
ανακατεύω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blanda, blande, blanding, blandning, forvirre, krama, miksa, mikse, røre, desorientere, røra, forbytte
ανακατεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blanda, blandning, förväxla, förvirra, ingripa, krama, mixa, röra, förbytte
ανακατεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trazoj
ανακατεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блытаць, замінаць, перашкаджаць, памяшаць, перашкодзіць
ανακατεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: smjesa
ανακατεύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elegy, keverék, keverni, vegyíteni, vegyület, összecserélni, összekever, összekeverni, összevegyít, összezavarni
ανακατεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безлад, брук, бруківка, бурчати, відвернути, відвертати, ворушити, ворушитися, ворушіння, втручатися, гальмувати, гарчання, гарчати, дорога, дорожній, заборонити, забороніть, забороняти, завадити, заважати, заважити, загальмувати, запобігати, запобігти, запобіжіть, затримайте, захарастити, захаращувати, збуджувати, збудити, змішайте, змішайтеся, змішати, змішувати, мішанина, мішати, накладати, накласти, огризатися, огризнутися, перебивати, перебити, перегороджувати, перегородити, перемішати, перемішатися, перемішувати, перемішуватися, перепинити, перепиняти, переплутати, переплутувати, перервати, переривання, переривати, перешкоджати, перешкодити, перешкодьте, плутанина, порушувати, потурбувати, поштовх, противтеся, протиставити, протиставляти, ричати, складений, складовий, сплутайте, стурбувати, турбувати, турбуйте, унеможливити, унеможливлювати, усувати, усунути, шлях, штовхати, штовхнути, вітер, завести, заводити, стриножте
ανακατεύω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ανακατεύω in english, ανακατεύω συνώνυμα, ανακατεύω στα αγγλικα, προστακτική ανακατεύω