lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανακαλύπτω

Λεξικό: αγγλικά ανακαλύπτω
Μεταφράσεις: detect, discover, find, reveal, unhide, unveil, make, support, uncover
ανακαλύπτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: najít, objevit, objevovat, odhalit, odhalovat, odkrýt, odkrývat, prozradit, sehnat, vypátrat, zjevit, zjistit, zpozorovat
ανακαλύπτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: entdecken, enthüllen, finden, abdecken, aufdecken, aufschließen
ανακαλύπτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afsløre, finne, opdage, rede
ανακαλύπτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atinar, descubrir, destapar, revelar, desabrigar
ανακαλύπτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: déceler, découvrir, dénicher, dévoiler, inventer, révéler, déballer, décapoter, décapuchonner, défourrer, défretter, dégoter, dégotter, repérer
ανακαλύπτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: palesare, rivelare, scoperchiare, scoprire, scovare, svelare
ανακαλύπτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åpenbare, avdekke, avsløre, blotta, finne, oppdage, rede, yppa
ανακαλύπτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обнаруживать, открывать
ανακαλύπτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blotta, finne, upptäcka, yppa
ανακαλύπτω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjej
ανακαλύπτω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keksiä, paljastaa, ilmaista
ανακαλύπτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: otkriti
ανακαλύπτω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felfedez
ανακαλύπτω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atinar, descobrir, destapar, desvendar, revelar
ανακαλύπτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odkryć, odkrywać
ανακαλύπτω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адкрываць, пачынаць, распачынаць
ανακαλύπτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вести, викривати, викрити, виявити, виявіть, виявляти, виявлятися, відімкніть, відкривати, відкрийте, відкрийтеся, відкрити, відмінити, водити, знайти, знаходити, знищте, зруйнувати, керівництво, керувати, повести, привести, призвести, призводити, провести, проводити, розгорніться, розгорнути, розгортати, розкривати, розкрити, розплющити, розплющувати, руйнувати, свинець, свинцева, свинцевий, спрямовувати, спрямувати
ανακαλύπτω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ανακαλύπτω τις μηχανές, ανακαλύπτω τη φύση, ανακαλύπτω τις μηχανές download, ανακαλύπτω τα μαθηματικά, ανακαλύπτω την επιστήμη, ανακαλύπτω συνώνυμα, ανακαλύπτω την τεχνολογία, ανακαλύπτω συνώνυμο, ανακαλύπτω τισ μηχανέσ λογισμικό, ανακαλύπτω την τεχνολογία εκδόσεισ ερευνητέσ