lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναθέτω

Λεξικό: αγγλικά αναθέτω
Μεταφράσεις: alight, disembark, land, load, afflict, burden, burthen, charge, saddle, aggravate, debit, handicap, appropriate, assign, dedicate, design, destine, devote, divert, intend, schedule, allocate, allot, apportion, attach, ration, adequacy, arrogate, ascribe, attribute, impute
αναθέτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přistát, přistávat, vylodit, vystoupit, vystupovat, nabít, naložit, naplnit, obtížit, osedlat, pověřit, sedlat, sklíčit, zatěžovat, zatížit, zaútočit, nabíjet, nakládat, obvinit, obžalovat, přitížit, vinit, zahrnout, zhoršit, ztížit, předurčit, přičítat, přidělit, přikázat, připsat, rezervovat, stanovit, určit, určovat, ustanovit, věnovat, vyhradit, vykázat, imputovat, obviňovat, přičíst, přisoudit, přisuzovat
αναθέτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: landen, aufladen, belasten, laden, beladen, beschuldigen, beschweren, verschlimmern, auswerfen, bestimmen, reservieren, anweisen, zuteilen, zuweisen, beimessen
αναθέτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fange, lande, behefte, belaste, anklage, laste, tynge, tildele
αναθέτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aterrizar, desembarcar, cargar, encargar, acusar, agravarse, asignar, destinar, predestinar, agregar, achacar, atribuir, imputar
αναθέτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accoster, atterrir, débarquer, terrir, accabler, charger, embâter, préposer, accuser, aggraver, alourdir, grever, affecter, assigner, attribuer, destiner, prédestiner, réserver, imputer
αναθέτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: approdare, atterrare, sbarcare, addossare, caricare, gravare, incaricare, addebitare, aggravare, appesantire, imputare, peggiorare, tacciare, assegnare, destinare, predestinare, attribuire, stanziare, ascrivere
αναθέτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lande, behefte, belaste, anklage, belasta, forverre, laste, lesse, tynge, esle, bevilge, tildele, tillegge
αναθέτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приземлять, заряжать, обременять, нагружать, отягощать, назначать, предназначать, прочить, наделять, придавать, приписывать
αναθέτω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbres, acaroj
αναθέτω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зараджаць, набіваць, прыпісваць
αναθέτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskeutua, ladata, pahentaa, raskauttaa, syyttää, varata
αναθέτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kikötni, feltölt, rakni, rakodni, megterhelni, felajánl, beoszt, hozzáírni
αναθέτω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aterrar, desembarcar, carga, carregar, embarcar, incumbir, acusar, agravar, agravares, assinar, designar, destinar, atribuir, imputar
αναθέτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ateriza, agrava
αναθέτω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видаток, головний, заряд, заряджати, заряджений, звинуватити, звинувачення, звинувачувати, найкращий, обвинувачення, первинний, первісний, перший, постріл, початковий, призначати, призначити, рука, стрілець, ціна, акредитувати, викласти, відіслати, відправити, відправляти, відсилати, додавати, додати, застелити, звернути, звернутися, звертатися, класти, накривати, накрити, передавати, передати, покладати, покласти, положення, положити, постелити, пошліться, прикладіться, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, приписати, приписувати, стелити, твердити, уповноважити, уповноважте, уповноважувати
αναθέτω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lądować, obarczyć, obciążać, przeznaczać, przydzielać, przypisywać
αναθέτω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opteretiti
αναθέτω στα κροατικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belasta, betunga, tilldela
αναθέτω στα σουηδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: atribút
αναθέτω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αναθέτω συνώνυμα, αναθέτω αγγλικά, αναθέτω μετάφραση, αναθέτω συνώνυμο, αναθέτω ετυμολογια