lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναγνωρίζω

Λεξικό: αγγλικά αναγνωρίζω
Μεταφράσεις: identify, accord, acknowledge, admit, allot, allow, avowal, own, avow, award, bestow, concede, confer, confess, grant, pension, plead, pretend, diagnose, recognise, recognize, distinguish, appreciate, approve, assent, receive
αναγνωρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: identifikovat, ztotožnit, doznat, poskytnout, povolit, přidělit, připouštět, připustit, přiznat, přiznávat, uznat, uznávat, vykázat, dopřát, dovolit, dovolovat, přijmout, přisoudit, propůjčit, strpět, udělit, vyznat, vyzpovídat, zpovídat, poznat, poznávat, rozpoznat, diagnostikovat, rozeznat, rozeznávat, rozlišit, rozlišovat, aprobovat, odsouhlasit, přisvědčit, schválit, schvalovat, souhlasit
αναγνωρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: identifizieren, anerkennen, einräumen, gewähren, zugeben, zugespitzt, bekennen, einlassen, gestehen, zuerkennen, zulassen, zusprechen, ausmachen, erkennen, aufklären, unterscheiden, befunden, qualifizieren, befinden
αναγνωρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: identificere, bekende, bevilge, indrømme, tilstå, vedgå, erkende, genkende, opdage, påskønne, modtage
αναγνωρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: identificar, asignar, atribuir, conceder, confesar, declarar, reconocer, adjudicar, admitir, aprobar, conferir, otorgar, diagnosticar, distinguir, explorar, compenetrarse, aceptar, adoptar, percibir
αναγνωρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: identifier, allouer, attribuer, avouer, concéder, décerner, reconnaître, accorder, admettre, confesser, convenir, discerner, distinguer, diagnostiquer, adopter, apprécier, approuver, estimer, qualifier
αναγνωρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: identificare, accordare, aggiudicare, ammettere, assegnare, riconoscere, attribuire, concedere, confessare, rivendicare, percepire, ravvisare, immedesimarsi, accreditare, approvare
αναγνωρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: identifisere, bekjenne, bevilga, bevilge, erkjenne, innrømme, innvilge, medgi, påskjønne, tilstå, vedgå, godkjenne, godta, tilkjenne, tillate, gjenkjenne, øyne, diagnostisere, skjelne, godhet, anerkjenne
αναγνωρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: идентифицировать, отождествлять, признавать, признать, присудить, разрешать, опознать, распознать, узнать, опознавать, распознавать, узнавать
αναγνωρίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: identifiera, bekänna, bevilja, erkänna, medge, tilldela, tillerkänna, tillstå, instämma, urskilja, rekognoscera, befinna, godkänna, godta, inse, erhålla, mottaga
αναγνωρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: azonosít, elismer, megismer, felismer, elismerni
αναγνωρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: identificar, conceder, confessar, declarar, professar, reconhecer, adjudicar, admitir, conferir, outorgar, diagnosticar, distinguir, aceitar, adoptar, aprovar, assentir
αναγνωρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: identifikovať, grant
αναγνωρίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: identyfikować, przyznać, przyznawać, rozpoznać, rozpoznawać, utożsamiać, uznać, uznawać, zidentyfikować
αναγνωρίζω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: möönma, tunnustama
αναγνωρίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, tunnustaa, diagnosoida, hyväksyä
αναγνωρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: recunoaşte, acorda, admite
αναγνωρίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визнати, признати, визнавати, визнаватись, визнаватися, визнайтеся, висловіться, впізнавати, впізнати, декларувати, довірте, довіряти, дозволити, дозвольте, дозволяти, запевніть, зізнаватися, зізнайтеся, зізнатися, оголосити, оголошувати, підтверджувати, підтвердити, погодьтеся, поступатися, поступитися, признавати, признаватись, признаватися, признатися, приймати, прийміть, прийняти, припускати, припустити, проголосити, проголошувати, розпізнайтеся, ототожнити, ототожнитися, ототожнювати, ототожнюватися, бачити, вивчати, вивчити, виявлятися, відкривати, відкрийте, відкрити, вчити, вчитися, дивитися, дивіться, дізнаватися, дізнатися, довідатися, довідуватися, запитувати, заявити, заявляти, знайти, знаходити, навчатися, навчитися, навчіться, опитайте, питатися, пізнавати, пізнати, побачити, поцікавитися, узнати, упізнати, цікавитися
αναγνωρίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranoj, dalloj
αναγνωρίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пазнавацца, зазнаваць, зведваць, распазнаваць, спазнаваць
αναγνωρίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dati, dopustiti, primiti, prepoznati
αναγνωρίζω στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dovoliti, priznati
αναγνωρίζω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αναγνωρίζω συνώνυμα, αναγνωρίζω in english, αναγνωρίζω τις λέξεις, αναγνωρίζω τα συναισθήματά μου, αναγνωρίζω τα συναισθήματα, αναγνωρίζω αντωνυμο