lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναγκαιότητα

Λεξικό: αγγλικά αναγκαιότητα
Μεταφράσεις: adversity, destitution, hardship, misery, necessity, penury, poorer, poverty, sufferance, want, exigency, hankering, necessary, need, requirement, use
αναγκαιότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bída, chudoba, chudost, mizérie, nedostatek, nouze, nuzota, potřeba, ubohost, nárok, nezbytnost, nutnost, potřebnost, požadavek, scházet
αναγκαιότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: armut, bedarf, bedürfnis, elend, jammer, not, unheil, anforderung, erfordernis, notfall, notwendigkeit, verlangen
αναγκαιότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: armod, elendighed, fattigdom, nød, behov, behøve, nødvendighed, trang
αναγκαιότητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desdicha, estrechez, indigencia, menester, mezquindad, miseria, necesidad, penuria, pobreza, aprieto, apuro, precisión
αναγκαιότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: besoin, dèche, indigence, misère, mouise, pauvreté, purée, savate, exigence, falloir, nécessité
αναγκαιότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bisogno, carestia, esigenza, indigenza, miseria, necessità, povertà, squallore, stento, occorrenza
αναγκαιότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: armod, elendighet, fattigdom, nød, behov, behøvelig, forutsetning, nødvendighet, trang
αναγκαιότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бедность, горе, нищета, нужда, надо, необходимость, потребность, предпосылка
αναγκαιότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: elände, fattigdom, nöd, behov, behövlig, behövlighet, nödvändig
αναγκαιότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: varfëri
αναγκαιότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бедност, нужда, необходимост
αναγκαιότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: беднасць, неабходнасць, патрэбнасць
αναγκαιότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vaesus, vajadus
αναγκαιότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hätä, köyhyys, kurjuus, tarve, pakko, tarpeellisuus, vaatimus
αναγκαιότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bijeda, siromaštvo, potreba, zahtjev
αναγκαιότητα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szegénység, szükség, szükséglet
αναγκαιότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: skurdas, skurdumas, vargas, poreikis
αναγκαιότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: indigência, menestrel, miséria, necessidade, pobreza, apuro
αναγκαιότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chudoba
αναγκαιότητα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бідність, злидень, злидні, необхідність, нещастя, потреба, розрідженість, убозтво, вимога, жахливий, жебрацтво, негаразди, нестатки, нестаток, нужда, потребу, протока
αναγκαιότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bieda, potrzeba
αναγκαιότητα στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: necesitate, nevoie
αναγκαιότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: potreba
αναγκαιότητα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αναγκαιότητα και περιεχόμενο επιμόρφωσης διευθυντών σχολικών μονάδων μια διερευνητική μελέτη, αναγκαιότητα συνώνυμο, αναγκαιότητα του προϋπολογισμού λειτουργίας μίας επιχείρησης, αναγκαιότητα κριτικής ικανότητας, αναγκαιότητα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, αναγκαιότητα και σκοπιμότητα του επιχειρηματικού σχεδίου, αναγκαιότητα διοίκησης, αναγκαιότητα της τέχνης, αναγκαιότητα νοσηλευτικήσ διοίκησησ, αναγκαιότητα δια βίου μάθησης