lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναγκαίος

Λεξικό: αγγλικά αναγκαίος
Μεταφράσεις: imperative, necessary, need, needful, requisite, essential, indispensable, nonessential, nonexpendable, needed, required, wanted
αναγκαίος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nepostradatelný, nevyhnutelný, nezbytnost, nezbytný, nutný, potřeba, potřebný, povinný, závazný, hlavní, podstatný, základní, zásadní
αναγκαίος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erforderlich, nötig, notwendig, unbedingt, unerlässlich, essentiell, unentbehrlich, unumgänglich, wesentlich
αναγκαίος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: behov, fornøden, nød, nødig, nødvendig, tvungen
αναγκαίος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: imperioso, imprescindible, indispensable, necesario, obligado, preciso, esencial
αναγκαίος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bien, indispensable, nécessaire, obligatoire, obligé, essentiel
αναγκαίος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: indispensabile, necessario, occorrente, essenziale, importante
αναγκαίος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: behov, nød, nødig, nødvendig, tvungen, fornøden, uunnværlig, behøvelig
αναγκαίος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: необходимое, необходимый, непременный, нужный, надобен, надобный, нужен, потребный
αναγκαίος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: behov, behövlig, nöd, nödig, nödvändig, nödvändighet, oundgänglig, tvungen, oumbärlig, erforderlig
αναγκαίος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязковы, неабходны, патрэбны
αναγκαίος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vajalik
αναγκαίος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pakollinen, tarpeellinen, välttämätön
αναγκαίος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: potreban, nužan
αναγκαίος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szükséges, elengedhetetlen, nélkülözhetetlen
αναγκαίος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būtinas, reikalingas
αναγκαίος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: imperioso, indispensável, necessário, preciso, básico, essencial, imprescindível
αναγκαίος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: necesar, necesitate, nevoie
αναγκαίος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: необхідний, потрібен, потрібний
αναγκαίος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konieczny, niezbędny, potrzebny
αναγκαίος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αναγκαίος συνώνυμα, αναγκαίος συνώνυμο, αναγκαίος δόλος, αναγκαίος κληρονόμος, αναγκαίος αντώνυμα, αναγκαίος αγγλικά