lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναβλύζω

Λεξικό: αγγλικά αναβλύζω
Μεταφράσεις: ejaculate, gush, jet, splutter, spout, spurt, squirt, well
αναβλύζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: praskat, prýštit, stříkat, tryskat, vyhrknout, vyrazit, vyšlehnout, vystříkat, vystříknout, vystřikovat, vytrysknout
αναβλύζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: schießen, spritzen, sprühen
αναβλύζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sprutte, stråle
αναβλύζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brotar, manar, surtir
αναβλύζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gicler, injecter, jaillir, pétiller, rejaillir
αναβλύζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sorgere, sprizzare
αναβλύζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: spruta, sprute, stråle
αναβλύζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: извергать, фонтанировать
αναβλύζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: spruta, stråle
αναβλύζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: purskahtaa, ruiskuta, ryöpytä
αναβλύζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fröccsenni, ömleni
αναβλύζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: surtir
αναβλύζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: tryskać
αναβλύζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αναβλύζω συνώνυμα, αναβλύζω λεξικό, αναβλύζω συνώνυμο, αναβλύζω βικιλεξικο