lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναβάλλω

Λεξικό: αγγλικά αναβάλλω
Μεταφράσεις: accumulate, delay, deposit, postpone, procrastinate, save, stow, adjourn, defer, prorogue, regenerate, revive, replace, shelve, shunt, snooze
αναβάλλω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chránit, klást, meškat, odkládat, odložit, odročit, odsunout, otálet, položit, šetřit, ukládat, uložit, ušetřit, váhat, zdržet, zavěsit
αναβάλλω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abhängen, ablegen, aufschieben, beiseite, hinausschieben, verzögern, weglegen, wegtun, zurücklegen, aussetzen, stunden, suspendieren, verlegen, verschieben, vertagen
αναβάλλω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: udsætte, udskyde, spar
αναβάλλω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acodar, aplazar, arrinconar, demorar, depositar, diferir, emperezar, postergar, trasladar, arrimar, posponer
αναβάλλω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ajourner, arriérer, différer, éloigner, marcotter, remettre, renvoyer, réserver, retarder, temporiser, traînasser, atermoyer, proroger, surseoir, déposer
αναβάλλω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accantonare, differire, posticipare, rimandare, rinviare, riporre, ritardare, soprassedere, tardare
αναβάλλω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ajournert, avlegge, oppholde, utsette, henlegge, skrinlegge, spara
αναβάλλω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: откладывать, отсрочивать, отсрочить, отложить
αναβάλλω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ajournera, avlägga, bordlägga, dröja, uppskjuta, spara
αναβάλλω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vonoj
αναβάλλω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адкладваць
αναβάλλω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lykätä, viivyttää
αναβάλλω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: félretenni, félretesz, elhalaszt, beoszt
αναβάλλω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atidėti
αναβάλλω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adiar, demorar, depositar, diferir, postergar, trasladar, pospondes
αναβάλλω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: банк, берег, вал, витримати, відкладати, відкладіть, відкладіться, відкласти, відстрочити, відстрочіть, відстрочувати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, держати, зважати, зважити, насип, підвісити, підвішувати, повісьте, припинити, припиняти, провести, проводити, рахуватися, розійдіться, тримати, триматися
αναβάλλω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odkładać, odraczać, odłożyć
αναβάλλω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: odložiť
αναβάλλω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αναβάλλω συνωνυμα, αναβάλλω αναβάλω, αναβάλλω σημασια, αναβάλλω αοριστος, αναβάλλω κλίση, αναβάλλω στα αγγλικά, αναβάλλω προστακτική, αναβάλλω λεξικο, επιβάλλω ετυμολογία, αναβάλλω χρονική αντικατάσταση