lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανέχομαι

Λεξικό: αγγλικά ανέχομαι
Μεταφράσεις: abide, agonize, bear, brook, endure, pain, smart, suffer, suffered, tolerate, writhe, stand
ανέχομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bolest, dovolit, dovolovat, nést, podstoupit, přetrpět, prodělat, snášet, snést, strpět, trpět, utrpení, utrpět, vydržet, vystát, vytrpět, zakusit, tolerovat
ανέχομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aushalten, erdulden, erleiden, ertragen, gelitten, leiden, vertragen, dulden, tolerieren
ανέχομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bære, lide, lidelse, pine, smerte, tåle
ανέχομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aguantar, doler, dolor, padecer, pena, penar, soportar, sufrir, admitir, comportar, consentir, permitir, tolerar
ανέχομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abhorrer, digérer, endurer, essuyer, pâtir, souffrir, subir, supporter, permettre, tolérer
ανέχομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dolere, durare, mal, male, patire, reggere, soffrire, subire, compatire, tollerare
ανέχομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bære, lide, pina, pine, smerte, tåle, fordra
ανέχομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: страдать, терпеть
ανέχομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fördraga, lida, ont, pina, värk, värka, fordra, tolerera
ανέχομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhembje, duroj
ανέχομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блага, мучыцца, трываць
ανέχομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kannatama, piin, vaev
ανέχομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kannattaa, kantaa, kärsiä, särky, sietää, suvaita, vaiva, kestää
ανέχομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: trpjeti
ανέχομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: sínyli, szenved, tűrni
ανέχομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kančia
ανέχομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aguentar, dolos, dor, mal, padecer, pena, penar, sofrer, suportar, comportar, tolerar
ανέχομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: trpieť, tolerovať
ανέχομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведмідь, винести, виносити, витерпіти, витримати, витримувати, зазнавати, зазнати, засідати, нести, носити, перебувати, перебудьте, перенести, переносити, посидьте, постраждати, потерпати, родити, сидіти, сісти, спекулянт, страждайте, страждати, уродити, дозволяти, допускати, терпіти, терпіть
ανέχομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cierpieć, tolerować
ανέχομαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ανέχομαι english, ανέχομαι ετυμολογία, ανέχομαι σημασια, ανέχομαι αρχικοι χρονοι, ανέχομαι αγγλικα, ανέχομαι κλιση, δεν ανέχομαι