lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανάχωμα

Λεξικό: αγγλικά ανάχωμα
Μεταφράσεις: bank, border, brim, brink, coast, edge, edging, hem, lip, ridge, rim, riverside, shore, side, strand, verge, waterside, batter, escarpment, scarp, slope, cay, school, shoal
ανάχωμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: banka, bankovní, břeh, hrana, kraj, lem, obruba, okraj, pobřeží, pokraj, stráň, svah, lavička, mělčina, sedátko, útes
ανάχωμα στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bank, bord, bred, bryn, kant, kyst, margen, marginal, rabat, ram, rand, remse, skråning, søm, strand, grønne, stim
ανάχωμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bancario, banco, borde, canto, costa, cuesta, dobladillo, labio, linde, margen, orilla, pestaña, playa, reborde, ribera, ribete, vera, acantilado, escarpa, alfaque, bajío, médano
ανάχωμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bancable, bancaire, banque, atterrage, berg, bord, côte, limbe, lisière, marge, orée, ourlet, rebord, rivage, rive, autoberge, berge, escarpe, plongée, talus, banc, banquise, basse, trémat
ανάχωμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: banca, banco, bordo, ciglione, costa, lembo, lido, margine, orlo, pendio, riva, riviera, sponda, scarpata
ανάχωμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bank, bord, bredd, bryn, kant, kyst, marginal, rabatt, ram, rand, remsa, skråning, snipp, søm, strand, strant, grunne, stim
ανάχωμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: банковский, банковый, берег, кайма, край, кромка, ободок, обрез, откос, эскарп, скамья
ανάχωμα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bankë, anë, breg, bregdet, brinjë, buzë, shpat
ανάχωμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: банка, бряг, граница
ανάχωμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: банк, банкавы, абза, бераг, край, адхон
ανάχωμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pank, äär, kallas, rand, serv
ανάχωμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pankki, äyräs, hameenhelma, kehys, laita, lieve, päärme, piennar, rannikko, ranta, reuna, reunus, rinne
ανάχωμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bank, falszegély, folyópart, margó, part, szegély, tengerpart, árokpart, zátony
ανάχωμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bankas, krantas, kraštas, pajūris, pakrantė, paraštė, šlaitas
ανάχωμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: banco, beira, borda, borde, canto, costa, declive, lábio, ladeira, margem, orla, país, rampa, recorde, vera, ladear, taluda
ανάχωμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: насип, банк, берег, беріг, бордюр, борт, вал, виступ, відомість, галузь, кайма, карниз, клімат, край, літати, межа, муха, область, перелік, пілотувати, площа, полетіти, політ, порт, поспішати, пролетіти, проноситись, район, регіон, список, спідниця, сфера, нахил, потяг, схильність, укіс, яр
ανάχωμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bankowy, brzeg, skarpa, ławica
ανάχωμα στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abhang, bord, flussufer, hang, kante, küste, meeresstrand, rand, saum, strand, ufer, böschung, bank
ανάχωμα στα γερμανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bård, bord, bryn, gräns, kant, marginal, rabatt, ram, rand, remsa, strand, stim
ανάχωμα στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kraj, obala, rub
ανάχωμα στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: coastă, margine, pantă
ανάχωμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: obala
ανάχωμα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ανάχωμα κομοτηνή, ανάχωμα συνώνυμο, ανάχωμα ορισμός, ανάχωμα συνώνυμα, ανάχωμα λεξικο, ανάχωμα στην κρίση