lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανάπηρος

Λεξικό: αγγλικά ανάπηρος
Μεταφράσεις: cripple, disabled, invalid, inconsiderable, inessential, irrelevant, nonmaterial, nontrivial, nugatory, null, trivial, unessential, unimportant, void, voided, defective, handicapped
ανάπηρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: churavý, invalida, invalidní, mrzáček, neplatný, postižený, bezvýznamný, nepatrný, nerozhodný, chromý, chybný, defektní, neúplný, vadný
ανάπηρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: behinderte, invalide, körperbehinderter, albern, nichtig, null, ungültig, unwichtig, fehlerhaft, gebrechlich, verkrüppelt
ανάπηρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: invalid, ingenting, ubetydelig, ugyldig, uvæsentlig, uvedkommende, vanfør
ανάπηρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: discapacitado, inválido, minusválido, caducado, insignificante, nulo, defectivo, defectuoso, lisiado
ανάπηρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: handicapé, infirme, invalide, morte-paye, oblat, illégal, insignifiant, mal, nul, défectible, défectif, défectueux, estropié, impotent
ανάπηρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: infermo, invalido, insignificante, irrilevante, nullo, difettoso, guasto
ανάπηρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: invalid, krøpling, ingenting, ubetydelig, ugyldig, uvedkommende, uvesentlig, uviktig, mangelfull, vanfør
ανάπηρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: инвалид, неважный, незначительный, калека, увечный
ανάπηρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: invalid, ogiltig, vanför
ανάπηρος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інвалід, дробны, дробязны, неістотны, нікчэмны, няважны, нязначны
ανάπηρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: invalid, nevažeći, neznatan
ανάπηρος στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: inválido, insignificante, nulo, defectivo
ανάπηρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: інвалід, білявий, значний, наслідок, неабиякий, неважливий, непоганий, прекрасний, приємний, русявий, світлий, справедливий, чесний, чималий, ярмарок
ανάπηρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: inwalida, nieważny, ułomny
ανάπηρος στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pieni, epätäydellinen
ανάπηρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érvénytelen, semmis, gyarló, tökéletlen
ανάπηρος στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chromý
ανάπηρος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ανάπηρος ετυμολογία, ανάπηρος ονειροκρίτης, ανάπηρος ζητιάνος έβγαλε πόδια, ανάπηρος στα αγγλικά, ανάπηρος αθλητής «έφαγε πόρτα» σε τράπεζα, ανάπηρος αστροφυσικός, ανάπηρος επιστήμονας, ανάπηρος ορισμός, ανάπηρος αλλοδαπός ζητιάνος έβγαλε πόδια και περπάτησε, συναισθηματικά ανάπηρος