lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμυδρός

Λεξικό: αγγλικά αμυδρός
Μεταφράσεις: abstract, abstruse, ambiguous, diffuse, diffused, dim, indefinite, indescribable, indistinct, inexplicit, nonpayer, obscure, unclear, vague, vaguest, wishy-washy, blear, bleary, blurry, faint, hazy, inarticulate, nonsolid, oblique, attackable, dismal, effete, enervate, feckless, feeble, flimsy, frail, infirm, invalid, lame, limp, low, nerveless, outsider, pale, poor, sappy, shaky, shy, slack, slim, thin, unmanly, vulnerability, wan, weak, delicate, fragile, scant, wispy
αμυδρός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: abstraktní, dvojsmyslný, dvojznačný, mdlý, mlhavý, nejasný, nesrozumitelný, neurčitý, neznámý, obojetný, obskurní, odtažitý, šerý, temný, tmavý, vágní, zmatený, mátožný, neartikulovaný, nepřesný, nezřetelný, rozmazaný, bezmocný, bezvýrazný, chabý, chatrný, churavý, křehký, lámavý, měkký, mírný, neduživý, nenapjatý, nesmělý, ochablý, schlíplý, skrovný, slabošský, slabý, ubohý, útlý, zplihlý, choulostivý, delikátní, jemný, lomivý, slaboučký, sporý
αμυδρός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, unklar, vag, vage, zweideutig, unbestimmt, undeutlich, verschwommen, blass, flau, gebrechlich, kraftlos, matt, schwach, zart, brüchig, fein, heikel, hinfällig, schmächtig, schwächlich, zerbrechlich, zierlich
αμυδρός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, mørk, rørig, skum, tvetydig, uforståelig, uklar, vag, utydelig, blød, dårlig, indisponeret, kløen, magtesløs, ømtålig, sårbar, sart, skral, skrøbelig, svag, tander, uoplagt, vanskelig, delikat, fin, lækker, skør, vrik
αμυδρός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abstracto, abstruso, ambiguo, brumoso, confuso, denso, indistinto, vago, borroso, inarticulado, débil, deleznable, endeble, escaso, exangüe, flojo, frágil, quebradizo, tímido, delicado, flaco
αμυδρός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abstrait, abstrus, ambigu, amphibologique, amphigourique, confus, faible, fumeux, nébuleux, obscur, vague, vaseux, flou, imprécis, inarticulé, indéfinissable, indistinct, indistincte, atone, chétif, débile, flasque, fragile, frêle, infirme, mou, veule, vulnérable, délicat, fluet, grêle, mièvre
αμυδρός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ambiguo, astratto, astruso, ermetico, vago, confuso, indistinto, debole, fiacco, fievole, fioco, floscio, fragile, gracile, infermo, labile, scarso, cagionevole, delicato, esile, tenue
αμυδρός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, grumlig, matt, mørk, rørig, skum, tvetydig, uforståelig, uklar, vag, usiktbar, utydelig, avfeldig, dårlig, indisponert, klen, lett, løy, maktesløs, ømtålig, orkesløs, sårbar, skjør, skral, skrøpelig, slapp, svag, svak, tander, uopplagt, veik, vek, delikat, sart, tynn
αμυδρός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: неопределенный, неясный, невнятный, нечленораздельный, вялый, немощный, слабый, ломкий, нежный, непрочный, тонкий, хил, хилый, хрупкий
αμυδρός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: abstrakt, grumlig, oklar, otydlig, rörig, sammandrag, skum, tvetydig, ulkar, vag, obestämd, sluddrig, klen, lett, matt, ömtålig, orkeslös, sårbar, skral, slapp, svag, vek
αμυδρός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: abstrakt
αμυδρός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: невыразны, незразумелы, няпэўны, няясны, хваля, невялікі, слабы, кволы
αμυδρός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epämääräinen, epäselvä, hämärä, himmeä, monimerkityksinen, samea, synkkä, hatara, heikko, hento, hintelä, huono, kehno, laimea, löysä, matala, veltto, hauras, särkyvä, vieno
αμυδρός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nejasan, slab
αμυδρός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: borús, elvont, kusza, tétova, zagyva, beteges, erélytelen, erőtlen, gyenge, lanyha, petyhüdt, puha
αμυδρός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: abstraktus, menkas, silpnas, gležnas, keblus, subtilus, švelnus, trapus
αμυδρός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abstracto, abstruso, confuso, escuro, indefinido, indeterminado, indistinto, informe, vago, brumoso, inarticulado, débil, descaso, fraco, frágil, laxo, raquítico, tímido, achacoso, delicado, enchente, fino, grácil, meigo, mimoso, quebradiço
αμυδρός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: abstract, ambiguu, confuz, slab
αμυδρός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важкозрозумілий, двозначний, мрійливий, напідпитку, невизначений, незрозумілий, неоднозначний, неозначений, неясний, підозрілий, присмерки, прихований, пророчий, пухнастий, тінистий, трансцендентальний, трансцендентний, туманний, хмарний, анемічний, безвільний, безхарактерний, блідий, брутальний, ввічливий, вередливий, витончений, вишуканий, віддалений, відлюдний, вогник, гнилий, гнучкий, далекий, делікатний, доладний, запалити, запалювати, засвітити, зблідлий, звідник, значити, знижений, кволий, крихкий, кульгавість, кульгати, лагідний, ламкий, легкий, невеликий, невиразний, невисокий, недостатній, неправомірний, неродючий, нестійкий, низький, низько, низько-ключовий, ніжний, нікчемний, означати, омана, освітити, підлий, прогнилий, пропозиція, рідкий, розбещений, розпущений, розхитаний, світлий, світло, середина, середній, слабий, слабкий, стрункий, тендітний, тихий, тонкий, трухлий, трухлявий, тьмяний, уповільнений, фокус, хитрість, хитрощі, шкутильгати, незначний, некомпетентний, хирний
αμυδρός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niejasny, niewyraźny, słaby, wątły
αμυδρός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: слаб
αμυδρός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nõrk, delikaatne, habras, õrn
αμυδρός στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: slabý
αμυδρός στα σλοβακική »