lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμοιβαίος

Λεξικό: αγγλικά αμοιβαίος
Μεταφράσεις: interplay, mutual, reciprocal
αμοιβαίος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: oboustranný, reciproční, vzájemný
αμοιβαίος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beiderseitig, gegenseitig, gemeinsam, reziprok, wechselseitig
αμοιβαίος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fælles, gensidig, indbyrdes
αμοιβαίος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mutual, mutuo, recíproco, respectivo
αμοιβαίος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: corrélation, mutuel, partagé, réciproque, respectif
αμοιβαίος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mutuo, reciproco
αμοιβαίος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjensidig, innbyrdes
αμοιβαίος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: взаимный
αμοιβαίος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ömsesidig, reciprok
αμοιβαίος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: узаемны
αμοιβαίος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vastavuoroinen
αμοιβαίος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: obostran, zajednički
αμοιβαίος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: inverz, kölcsönös, közös, reciprok
αμοιβαίος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: abipusis, bendras
αμοιβαίος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mutuo, mútuo, recíproco
αμοιβαίος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: взаємний, обопільний, спільний
αμοιβαίος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wzajemny
αμοιβαίος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αμοιβαίος αποκλεισμός, αμοιβαίος συνώνυμο, αμοιβαίος συνωνυμα