lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμερόληπτος

Λεξικό: αγγλικά αμερόληπτος
Μεταφράσεις: candid, detached, disinterested, dispassionate, equitable, fair-minded, impartial, neutral, objective, unbiased, unprejudiced
αμερόληπτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nestranný, neutrál, neutrální, nezainteresovaný, nezištný, nezúčastněný, spravedlivý
αμερόληπτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: neutral, objektiv, unbefahrbar, unbefangen, unorganisch, unparteiisch
αμερόληπτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: retfærdig, uhildet, upartisk
αμερόληπτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desinteresado, ecuánime, imparcial, imparcialidad, neutral, neutro
αμερόληπτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: désintéressé, imparti, impartial, juste, neutre
αμερόληπτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: equanime, giusto, imparziale, neutrale, neutro
αμερόληπτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nøytral, opartisk, rettferdig, saklig, uhildet, upartisk
αμερόληπτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспристрастен, беспристрастный, нейтральный, нелицеприятен, нелицеприятный
αμερόληπτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: opartisk
αμερόληπτος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бесстаронні, непрадузяты, справядлівы
αμερόληπτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: erapooletu, neutraalne
αμερόληπτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: puolueeton
αμερόληπτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: neutralan, objektivan
αμερόληπτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elfogulatlan, közömbös, objektív, önzetlen, pártatlan, tárgyilagos
αμερόληπτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: neutralus
αμερόληπτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: equitativo, imparcial, neutral, neutro
αμερόληπτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nestranný
αμερόληπτος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: байдужий, безкорисливий, безособовий, безсторонній, безтурботний, білявий, відділений, законний, зараз, значний, індиферентний, критичний, навіть, неупереджений, парний, плоский, посередній, прекрасний, приємний, просто, процесуальний, рівний, рівномірний, русявий, саме, світлий, справедливий, судовий, тільки, чесний, чималий, щойно, ярмарок
αμερόληπτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezstronny
αμερόληπτος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αμερόληπτος εκτιμητης, αμερόληπτος αντώνυμα, αμερόληπτος συνωνυμο, αμερόληπτος ορισμος, αμερόληπτοσ τι σημαινει, αμερόληπτος αντιθετο, αμερόληπτος σημασια, αμερόληπτος βικιλεξικο, αμερόληπτος σημαίνει