lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμβλύνω

Λεξικό: αγγλικά αμβλύνω
Μεταφράσεις: abate, allay, attenuate, cripple, debilitate, dilute, emasculate, enervate, enfeeble, eviscerate, extenuate, impair, relax, remit, sap, sicken, slake, unnerve, vitiate, weaken
αμβλύνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kazit, mírnit, ochablý, oslabit, oslabovat, rušit, tlumit, vyčerpat, vysílit, zeslabit, zkazit, zmenšit, zmenšovat, zmírnit, zmírňovat, zrušit, zženštit
αμβλύνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abschwächen, entkräften, schwächen
αμβλύνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amortiguar, atenuar, cansar, debilitar, desfallecer, embotar, enervar, enflaquecer, extenuar, postrar
αμβλύνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affadir, affaiblir, affaisser, alanguir, amollir, amortir, atténuer, aveulir, courbaturer, débiliter, émousser, énerver, étioler, flétrir, infirmer, neutraliser, ramollir
αμβλύνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affievolire, annacquare, attenuare, debilitare, fiaccare, indebolire, infiacchire
αμβλύνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avmatta
αμβλύνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: легчать, ослаблять, удручать
αμβλύνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avmatta
αμβλύνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dobësoj
αμβλύνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аслабляць
αμβλύνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: heikentää, lieventää
αμβλύνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: oslabiti
αμβλύνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amortizar, atenuar, debilitar, diminuir, embotar, enervar, extenuar, mitigar
αμβλύνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювати, відіслати, відсилати, гасіть, гнітити, заспокойте, здіймати, зіпсувати, зменшити, зменшитися, зменштеся, зменшувати, зменшуватися, знижувати, знизити, кваліфікувати, кваліфікуйте, навчати, навчатися, навчити, навчитися, ослабійте, ослаблювати, ослаблюватися, ослабляти, ослабте, ослабтеся, передавати, передати, переказати, переказувати, підкорити, підкоріть, підкоряти, погіршити, погіршувати, понижати, понизити, порушити, порушувати, послабити, послаблювати, послабляти, пошкоджувати, пошкодити, пригнітити, пригнічувати, припинити, припиняти, простити, прощати, псувати, розбещений, розпущений, розслабитися, розслаблятися, розслабте, розхитаний, скасовувати, скасувати, скоротити, скорочувати, слабкий, слабнути, слабшайте, уповільнений
αμβλύνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: osłabiać
αμβλύνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αμβλύνω αντωνυμο, αμβλύνω αντίθετο, αμβλύνω english, αμβλύνω συνώνυμο, αμβλύνω ορισμός, αμβλύνω βικιλεξικο, αμβλύνω μεταφραση, αμβλύνω αντίθετα