lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμέσως

Λεξικό: αγγλικά αμέσως
Μεταφράσεις: direct, directly, immediately, imminent, impend, point-blank, squarely, straight, straightforward, straightway, instantaneously, instantly, forthwith, incontinently, offhand, off-hand, straightaway
αμέσως στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezprostředně, ihned, okamžitě, přímo, rovnou, hned, neprodleně, vzápětí
αμέσως στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: direkt, gerade, geradewegs, schnurstracks, sofort, unmittelbar, augenblicklich, sogleich, gleich, unverzüglich
αμέσως στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: direkte, lige, nu, rakt, straks, bums, omgående
αμέσως στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: directamente, inmediatamente, recto, ahora, enseguida, mismo, seguida
αμέσως στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: directement, immédiatement, aussitôt, instantanément, bond, illico, incessamment, incontinent, sur-le-champ
αμέσως στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: direttamente, immediatamente, immediato, subito
αμέσως στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: direkte, rakt, bums, genas, straks, omgående
αμέσως στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: немедленно, прямо, мгновенно, немедля, тотчас, безотлагательно, незамедлительно, неотложно
αμέσως στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: burdus, direkt, direkte, rakt, rät, bums, genast, omedelbart, straks, strax, omgående
αμέσως στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: otse, otsene
αμέσως στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: heti, suoraan, välittömästi
αμέσως στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: direktno, neposredno, odmah
αμέσως στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: közvetlenül, azonnal, haladéktalanul, rögtön
αμέσως στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nedelsiant, tiesiogiai, tiesioginis, tiesus, tuojau
αμέσως στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: directamente, imediatamente, recto, seguidamente, enseada
αμέσως στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: takoj
αμέσως στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: priamo
αμέσως στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: прямо, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, вниз, внизу, геть, далеко, додолу, донизу, зовсім, наниз, направо, негайно, повністю, правий, право, прямий, справедливий, справедливо, т-година, униз, цокання, правильний, правильно
αμέσως στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezpośrednio, momentalnie, natychmiast, niezwłocznie
αμέσως στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: imediat
αμέσως στα ρουμανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адразу, зараз, зразу, неадкладна
αμέσως στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

αμέσως επίρρημα, αμέσως συνώνυμα, αμέσως αντώνυμο, αμέσως αντίθετο, αμέσως ή άμεσα, αμέσωσ στα αγγλικά, αμέσωσ μετά, αμέσως άμεσα, αμέσως μετά τη σύλληψη, αμέσως βικιλεξικο