lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλυσίδα

Λεξικό: αγγλικά αλυσίδα
Μεταφράσεις: bond, chain, fetter, fetters, handcuff, handcuffing, handcuffs, iron, manacle, shackles, string, tether, lancet
αλυσίδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: poutat, pouto, řetěz, spojovat, spoutat, svazek, vázat, provaz, šňůra, řetízek
αλυσίδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fessel, fesseln, kette, kettchen
αλυσίδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bånd, kæde, lænke, kede
αλυσίδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cadena, grillos, prisión, traba, vínculo, collar
αλυσίδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chaîne, enchaîner, fers, lien, attache, chahut, collier, enchaînement, chaînette, gourmette
αλυσίδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: catena, legame, vincolo, catenina
αλυσίδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kjede, klave, ankerkjetting, fjellkjede, kjetting, lenke
αλυσίδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кандалы, цепь, цепочка
αλυσίδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klave, boja, kätting, kedja, länk, ränning
αλυσίδα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lidhje, varg, zinxhir
αλυσίδα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: желязо
αλυσίδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кайданы, ланцуг
αλυσίδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kett
αλυσίδα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kahle, kahlehtia, ketju, kytkeä, vitjat
αλυσίδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: béklyó, bilincs, lánc, nyaklánc
αλυσίδα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: grandinė, grandinėlė, vėrinys
αλυσίδα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acorrentar, cadeia, corrente, recua
αλυσίδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: veriga
αλυσίδα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кайдани, ланцюг, виховати, виховувати, готувати, конкатенація, поїзд, послідовність, приковування, тренувати, ланцюжок
αλυσίδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kajdany, łańcuch, łańcuszek
αλυσίδα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αλυσίδα αξίας, αλυσίδα σπύρου, αλυσίδα stihl rapid duro 3, αλυσίδα ποδηλάτου, αλυσίδα φούρνων, αλυσίδα φροντιστηρίων s, αλυσίδα εφοδιασμού, αλυσίδα φούρνων σωματεμπορία, αλυσίδα αλυσοπρίονου, αλυσίδα mikel