lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλλόκοτος

Λεξικό: αγγλικά αλλόκοτος
Μεταφράσεις: antic, bizarre, droll, eccentric, extravagant, fanciful, fantastic, fantastical, freak, freakish, freaky, kinky, nondescript, odd, odd-looking, outlandish, peculiar, quizzical, rum, screwy, singular, uncouth, ungainly, wayward, weird, whimsical, aberrant, eerie, foreign, funny, outré, quaint, queer, quirky, rummy, strange, surprising
αλλόκοτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bizarní, divný, extravagantní, groteskní, jednotlivý, mimořádný, náladový, neobvyklý, neobyčejný, osobitý, podivín, podivínský, podivný, prapodivný, rozmarný, směšný, vrtošivý, výstřední, výstředník, výstředný, žertovný, zvláštní, cizí, cizinec, kuriózní, podezřelý, překvapující, udivující, zahraniční
αλλόκοτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abenteuerlich, befremdend, bizarr, eigen, eigenartig, eigentümlich, exzentrisch, fremdartig, merkwürdig, originell, schrullig, seltsam, skurril, sonderbar, toll, wunderlich, ausländisch, fremd, fremde, kurios, unheimlich, verwunderlich
αλλόκοτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aparte, besynderlig, egen, ental, rar, underlig, vidunderlig, forunderlig, fremmed, kunstig, kuriøs, mærkelig, morsom, sær, særegen, sjov, snedig, udenlandsk
αλλόκοτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: antojadizo, barroco, caprichoso, cómico, divertido, estrambótico, excéntrico, extraño, extraordinario, extravagante, grotesco, lunático, maniático, original, raro, ridículo, singular, ajeno, curioso, extranjero, forastero, peregrino, sorprendente
αλλόκοτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: baroque, biscornu, bizarre, capricieux, chimérique, cornu, détraqué, drôle, étrange, excentrique, extraordinaire, extravagant, fantasque, farfelu, funambulesque, grotesque, inexplicable, original, romanesque, saugrenu, singulier, curieux, étonnant, étranger, fou
αλλόκοτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bizzarro, buffo, comico, eccentrico, eccezionale, estroso, grottesco, pazzo, peregrino, singolare, strambo, strano, straordinario, stravagante, curioso, divertente, estero, estraneo, forestiero, giocondo, straniero
αλλόκοτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aparte, barokk, besynderlig, bisarr, egen, eksentrisk, entall, forskrudd, merkelig, merkverdig, rar, snål, snodig, sprø, underlig, vidunderlig, egendomlig, eiendommelig, forunderlig, fremmed, konstig, kunstig, kuriøs, morsom, pussig, sær, særegen
αλλόκοτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: капризный, причудливый, смешной, странный, чудаческий, эксцентричный, забавный, иностранный
αλλόκοτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aparte, besynnerlig, bisarr, egen, märkvärdig, vidunderlig, egendomlig, konstig, kuriös, lustig, märklig, pussig, rar, sär, säregen, snål, underlig
αλλόκοτος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: imelik, kummaline, veider, naljakas
αλλόκοτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erikoinen, groteski, hullunkurinen, irvokas, kummallinen, merkillinen, oikukas, oikullinen, omituinen, hassu, huvittava, tuntematon, ulkomaalainen, vieras
αλλόκοτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čudan, ekscentričan, smiješan, zabavan, neobičan, stran
αλλόκοτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: abszurd, csavaros, hóbortos, körhagyó, különc, érdekes, furcsa, különös, sajátságos
αλλόκοτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ekscentriškas, keistas, svetimas
αλλόκοτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: barroco, bizarro, caprichoso, cómico, divertido, esquisito, estranho, excêntrico, extravagante, grotesco, original, raro, singular, alienígena, ameno, chocante, engraçado, estrangeiro, peregrino
αλλόκοτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bizar, ciudat, străin
αλλόκοτος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: divný
αλλόκοτος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dziwaczny, dziwny
αλλόκοτος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дзіўны
αλλόκοτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: čuden, smešen
αλλόκοτος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: віддалений, дивний, допитливий, екстраординарний, забавний, любити, надзвичайний, неабиякий, незвичайний, незнайомий, неприродний, позачерговий, примхливий, скручений, сподобатися, схожий, чудакуватий, чудний, чужий, чужоземний
αλλόκοτος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

αλλόκοτος συνώνυμα, αλλόκοτος ετυμολογία, αλλόκοτος λεξικο