lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλλοιώνω

Λεξικό: αγγλικά αλλοιώνω
Μεταφράσεις: adulterate, counterfeit, doctor, fabricate, fake, falsify, forge, break, conk, corrupt, mar, ruin, spoil, taint, vitiate
αλλοιώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: falšovat, nalíčit, napodobit, padělat, podvrhnout, předstírat, překroutit, překrucovat, tvořit, vymyslet, vymýšlet, vyrábět, vyrobit, zfalšovat, zhotovit, hýčkat, kazit, narušit, ničit, podplácet, podplatit, pokazit, poničit, porouchat, porušit, rozmazlit, rozmazlovat, zhýčkat, zkazit, zkomolit, znehodnotit, zničit
αλλοιώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erzeugen, fälschen, herstellen, konstruieren, nachmachen, verfälschen, verderben
αλλοιώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fabrikere, forfalske, fremstille, beskadige, bestikke, ramponere, skade, spolere
αλλοιώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adulterar, desentonar, fabricar, falsificar, estropear, pervertir, picarse
αλλοιώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adultérer, altérer, contrefaire, détonner, fabriquer, falsifier, fausser, frelater, maquiller, sophistiquer, truquer, abîmer, corrompre, débiffer, décomposer, démantibuler, dépraver, désajuster, détériorer, détraquer, gâter, pervertir, pourrir, tarer
αλλοιώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adulterare, contraffare, fabbricare, falsare, falsificare, stonare, truccare, guastare, guastarsi, sciupare, viziare
αλλοιώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forfalska, forfalske, bestikke, forderve, ødelegge, ramponere, skade, skjemme, spolere
αλλοιώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изготовлять, подделывать, производить, фальсифицировать
αλλοιώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förfalska, förfalskning, fördärva, ramponera, ruttna
αλλοιώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падрабляць, падробліваць, фальсіфікаваць
αλλοιώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: väärentää, ruhjoa, tärvellä
αλλοιώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hamisítani, elromlik, elront, elrontani, tönkretenni
αλλοιώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gaminti
αλλοιώνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adulterar, fabricar, falsificar, mistificar, suplantar, estropear, viciar
αλλοιώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: взаємодійте, вигадати, вигадувати, виготовити, виготовляти, виробіть, доктор, імітувати, лікар, маніпулювати, орудувати, підробити, підробка, підробляти, підроблятися, прикиньтеся, сфабрикувати, тісто, фабрикувати, фальсифікувати, шахрайство
αλλοιώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: fałszować, zepsuć
αλλοιώνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pokvariti
αλλοιώνω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

αλλοιώνω english, αλλοιώνω συνώνυμο, αλλοιώνω συνώνυμα, αλλοιώνω μεταφραση