lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλλοδαπός

Λεξικό: αγγλικά αλλοδαπός
Μεταφράσεις: alien, foreigner, gringo, foreign, outlandish, stranger, extraneous, inorganic, mere, remote, strange, unfamiliar
αλλοδαπός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cizák, cizí, cizinec, cizozemec, zahraniční, cizorodý, divný, podivný, vzdálený, zvláštní
αλλοδαπός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausländer, fremde, ausländisch, fremd, fremder, befremdend, fremdartig
αλλοδαπός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fremmed, udenlandsk, udlænding, besynderlig, egen, underlig
αλλοδαπός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: extranjero, extraño, forastero, gringo, ajeno, advenedizo, desconocido, exótico, raro
αλλοδαπός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aubain, étranger, étrangler, métèque, rasta, forain, étrange
αλλοδαπός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: estraneo, forestiere, forestiero, straniero, estero, alieno, strano
αλλοδαπός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fremmed, utlending, utenlandsk, besynderlig, egen, egendomlig
αλλοδαπός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: инородец, иностранец, заморский, иноземный, иностранный, чужеземный, иноземец, посторонний, пришлый, странный, чужак, чужаки, чужд, чужды, чуждый, чужой
αλλοδαπός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чужаземец, замежны, іншаземны, іншакраінны, министерство, чужаземны, вольны, далёкі, непрыхільны, чужы
αλλοδαπός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: välismaalane, võõras
αλλοδαπός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tuntematon, ulkomaalainen, vieras, kummallinen
αλλοδαπός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stranac, strankinja, stran, čudan, neobičan
αλλοδαπός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: idegen, külföldi
αλλοδαπός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: svetimas, svetimšalis
αλλοδαπός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alienígena, estrangeiro, estranho, extrínseco, gringo, ameno, excêntrico, exótico, extraio, raro
αλλοδαπός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: іноземець, чужинець, закордонний, зарубіжний, зовнішній, іноземний, сторонній, далекий, дивний, незнайомий, необізнаний, неорганічний, прибулий, чудний, чужий, чужій, чужоземець, чужої, чужою
αλλοδαπός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cudzoziemiec, cudzoziemski, obcokrajowiec, obcy
αλλοδαπός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: cudzinec
αλλοδαπός στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besynnerlig, egen, egendomlig, främling, främmande, märkvärdig, obekant
αλλοδαπός στα σουηδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: străin
αλλοδαπός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: čuden
αλλοδαπός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αλλοδαπός ετυμολογία, αλλοδαπός βίασε 20χρονη στην πρέβεζα, αλλοδαπόσ ορισμόσ, αλλοδαπός διαχειριστής επε, αλλοδαπός στα αγγλικά, αλλοδαπός άδεια εργασίας, αλλοδαπός εταίρος επε, αλλοδαπός ομόρρυθμος εταίρος, αλλοδαπός εργοδότης, αλλοδαπός δάγκωσε αστυνομικό