lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλλάζω

Λεξικό: αγγλικά αλλάζω
Μεταφράσεις: alter, switch, transmute, turn, change, alternate, barter, deputize, enumerate, exchange, interchange, mention, name, reciprocate, reline, replace, specify, swap, commute, convert, substitute, transpose, amend, disguise, disturb, divert, edit, fluctuate, modify, permute, rearrange, redid, relay, reschedule, retarget, shift, vary
αλλάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: měnit, přehodit, přeměnit, přetvořit, proměnit, vyměnit, změnit, adaptovat, pozměnit, proměňovat, upravovat, přesednout, jmenovat, kurs, nahradit, nahrazovat, nazvat, nazývat, nominovat, pojmenovat, prohodit, směna, stanovit, střídat, ustanovit, uvádět, uvést, vyjmenovat, výměna, vyměňovat, vypočítávat, vystřídat, vzpomenout, zaměnit, změna, obrátit, alternovat, doplnit, fluktuovat, kolísat, mírnit, modifikovat, napravit, narušit, odstranit, opravit, porušit, posouvat, posunout, posunovat, předělat, přeložit, přesadit, přestavět, přestěhovat, přesunout, přizpůsobit, rozčilit, rušit, zlepšit
αλλάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: umwandeln, verändern, verwandeln, abändern, ändern, umsteigen, wechseln, austauschen, auswechseln, benennen, einwechseln, nennen, tauschen, umtauschen, umwechseln, vertauschen, zitieren, eintauschen, ersetzen, ablösen, abwechseln, modifizieren, umziehen, verstellen, wandeln, abgewechselt, geändert
αλλάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forandre, forvandle, skifte, veksle, ændre, omkastning, bylt, bytte, erstatte, omtale, udveksling, konvertere
αλλάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alterar, convertir, transformar, cambiar, modificar, mudar, apellidar, cambio, canjear, especificar, intercambiar, intercambio, llamar, mencionar, nombrar, nombre, permutar, sustitución, sustituir, trocar, conmutar, reemplazar, renovar, alterarse, alternar, convertirse, inmutar, oscilar, reformar, relevar, variar
αλλάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: changer, métamorphoser, transformer, transmuer, convertir, modifier, échanger, change, citer, dire, échange, énumérer, mentionner, nommer, permuter, remplacer, substituer, troquer, intervertir, altérer, alterner, amender, commuer, contrefaire, décomposer, dénaturer, déplacer, évoluer, maquiller, réformer, relayer, remanier, varier, donner
αλλάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cambiare, modificare, mutare, variare, alternare, scambiare, baratto, cambio, citare, menzionare, nominare, numerare, permuta, rimpiazzare, scambio, sostituire, surrogare, convertire, alterare, avvicendare, emendare, muovere, spostare, tramutare
αλλάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: endre, forvandle, skifte, forandre, omkastning, veksle, endring, bylt, bytte, erstatte, utbytte, utveksle, utveksling, endra, konvertere, avløse, variere, skifta, variert
αλλάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: переменять, изменить, изменять, пересаживать, разменивать, выменивать, менять, называть, обменивать, заменять, обращать, подменять, превращать, видоизменять, сменять, видоизменить, переменить, поменять, сменить
αλλάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заменьваць, замяняць, зменьваць, змяняць, пераменьваць, перамяняць, абменьваць, мяняць, відазмяняць, перайначваць
αλλάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muutma, vahetama, nimetama
αλλάζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: promijeniti, razmjena, zamijeniti
αλλάζω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alterar, cambiar, modificar, mudar, trocar, apelidar, cambio, câmbio, chamar, citar, clamar, denominar, especificar, intercambio, mencionar, nomear, permutar, substituição, troca, suprir, alterares, alternar, oscilar, reformar, transformar, variar
αλλάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: schimba, cita, schimb, îmbunătăţi, modifica
αλλάζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: переміняти, вантажівка, клеймо, котлета, обмінювати, поратися, риза, рубати, сікти, січеник, справитися, справлятися, товарообмін, упоратися, управитися, шаткувати, замінити, замінювати, заміняйте, заміняти, перерва, правописний, чаклунство, чари, видавати, видати, видозмінити, видозмініться, видозмінювати, виказати, виказувати, змініть, змініться, змінювати, змінюватися, змінятися, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, конвертувати, мінятися, модифікувати, обдурити, обдурювання, обдурювати, обман, обманювати, переробіть, перетворити, перетворіть, перетворіться, перетворювати, трансформувати, шахрайство
αλλάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przemieniać, przemienić, przesiadać, rozmieniać, wymieniać, zamieniać, zmieniać, zmienić
αλλάζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ändra, byt, ändring, omkastning, omväxling, växla, förvandla, omväxla, avlösa, modifiera, ömsa, revidera, skifta, variera
αλλάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: muuttaa, kutsua, mainita, nimetä, sanoa, vaihtaa, vaihto, korvata, parantaa, uudistaa, väännellä
αλλάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: átülni, felváltani, cserél, kicserélni, pénzváltás, elcserélni, megváltoztatni, változás, megváltoztat
αλλάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërroj, përmend
αλλάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zamenjati, drobiž, spremeniti
αλλάζω στα σλοβενική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: назовавам, обмен, променям
αλλάζω στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

αλλάζω συνώνυμα, αλλάζω αλλά ζω, αλλάζω διεύθυνση αλλάζω σπίτι, αλλάζω ρουχα ονειροκριτης, αλλάζω στίχοι, αλλάζω χαρούλης στίχοι, αλλάζω το σχολείο μου, αλλάζω ζωή, αλλάζω σελίδα, αλλάζω lyrics