lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αλάνθαστος

Λεξικό: αγγλικά αλάνθαστος
Μεταφράσεις: certain, inevitable, infallible, unavoidable, unerring, dependable, foolproof, indefectible, reliability, reliable, sterling, sure, trouble-free, true-blue, trusted, unfailing
αλάνθαστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: neklamný, neodvratný, neomylný, nevyhnutelný, bezpečný, jakýsi, jistý, nějaký, spolehlivý, trvalý, určitý
αλάνθαστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: unabwendbar, unausweichlich, unvermeidlich, unfehlbar, bestimmt, gewiss, sicher, ständig, verlässlich, zuverlässig
αλάνθαστος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: inevitable, infalible, cierto, indefectible, seguro
αλάνθαστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: immanquable, inévitable, infaillible, impeccable, certain, constant, sûr
αλάνθαστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inevitabile, infallibile, certo, fidato, sicuro
αλάνθαστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: usvikelig, uunngåelig, ufeilbar, pålitelig, sæter, sikker, trygg, viss
αλάνθαστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: неизбежный, непогрешимый, безошибочный, достоверный, надежный
αλάνθαστος στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: непазбежны, няўхільны
αλάνθαστος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erehtymätön, eräs, erinäinen, luotettava, varma
αλάνθαστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elmaradhatatlan, kikerülhetetlen, tévedhetetlen, biztos, csalhatatlan
αλάνθαστος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fatal, certo, indubitável, seguro
αλάνθαστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: neomylný, spoľahlivý
αλάνθαστος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: згубний, неминучий, смертельний, фатальний
αλάνθαστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niechybny, nieomylny, niezawodny
αλάνθαστος στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sæter, sikker, visse
αλάνθαστος στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pålitlig, säker, tillförlitlig
αλάνθαστος στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: siguran
αλάνθαστος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tikras
αλάνθαστος στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cert, sigur
αλάνθαστος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prepričan
αλάνθαστος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αλάνθαστοσ συνώνυμα, ουδείς αλάνθαστος