lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακυρώνω

Λεξικό: αγγλικά ακυρώνω
Μεταφράσεις: abate, abort, annul, cancel, delete, kill, null, nullify, vacate, abolish, clear, erase, extinguish, punch, defeat, expunge, quash, revoke, suppress, disannul, invalidate, repeal, rescind, void, abide, abode, abolisher, bear, brook, endure, lift, stomach, sustain, take, tolerate
ακυρώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: anulovat, odvolat, stornovat, zrušit, likvidovat, odklidit, odstranit, přeškrtnout, škrtnout, potlačit, rušit, vyvrátit, dovolit, dovolovat, nést, podpírat, podstoupit, přetrpět, sejmout, snášet, snést, spolknout, strpět, tolerovat, trpět, utrpět, vydržet, vypovědět, vystát, vytrpět, zakusit, zamlčet
ακυρώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: annullieren, annullierend, rückgängig, stornieren, widerrufen, entwerten, ungültig, aufheben, vernichten, abtragen, aushalten, ausstehen, dulden, entfernen, erdulden, erleiden, ertragen, hinnehmen, leiden, strapazieren, tilgen, vertagen, vertragen
ακυρώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aflyse, annullere, omstødte, slette, bære, fjerne, lide, orke, tåle, udholde
ακυρώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abolir, abrogar, anular, cancelar, casar, derogar, rescindir, revocar, suprimir, borrar, raspar, invalidar, aguantar, bajar, comportar, consentir, digerir, enjugar, gastar, padecer, resistir, soportar, sufrir, tolerar
ακυρώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: annuler, supprimer, casser, composter, raturer, abolir, réformer, annihiler, infirmer, invalider, rescinder, dilacérer, nullipare, abroger, avaler, blairer, descendre, digérer, endurer, essuyer, neutraliser, pâtir, proscrire, souffrir, subir, supporter, tolérer
ακυρώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annullare, cancellare, disdire, sopprimere, abolire, obliterare, abrogare, durare, eliminare, levare, neutralizzare, patire, reggere, ricevere, soffrire, sopportare, subire, tollerare
ακυρώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: annullere, avlyse, omstøte, slette, underkjenne, utrydde, avskaffa, avskaffe, heve, annullert, bæra, bære, fjerne, fordra, gjennomgå, lide, orke, tåle, utholde, utstå
ακυρώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аннулировать, кассировать, отменить, прокомпостировать, отменять, сносить, терпеть, упразднять
ακυρώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: annullera, avbeställa, inställa, kassera, avskaffa, upphäva, bära, fordra, tåla, utstå
ακυρώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kumota, peruuttaa, lakkauttaa, kannattaa, kantaa, kärsiä, pyyhkiä, sietää, suvaita
ακυρώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poništiti, ukinuti, trpjeti
ακυρώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lemond, törülni, eltörölni, megsemmisít, érvénytelenít, érvényteleníteni, visszavonni, elvisel
ακυρώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abolir, anular, cancelar, casar, rescindir, revogar, suprimir, borrar, extinguir, raspar, invalidar, aguentar, banir, comportar, digerir, enxugar, limpar, padecer, resistir, sofrer, suportar, tolerar
ακυρώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: odpovedati, izbrisati
ακυρώνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zrušiť
ακυρώνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автобус, анулювати, анулюйте, вагон, відхилити, відхиляти, гасити, гасіть, дзвонити, дратувати, екіпаж, загасити, збавляти, звільніть, карета, мито, роздратувати, скасовувати, скасувати, скасуйте, тренер, тренувати, тушити, уникати, уникнути, ухиліться, виконайтеся, відміняти, відокремити, відокремлювати, вчинити, вчиняти, зайнятися, зменшитися, зменштеся, зменшуватися, знижувати, знизити, знищити, знищте, знищувати, зробити, зруйнувати, касувати, ослабити, ослабляти, припинити, припиняти, робити, руйнувати
ακυρώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: anulować, kasować, skasować, unieważniać, unieważnić, znosić
ακυρώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адменьваць, адмяняць, касаваць
ακυρώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: duroj
ακυρώνω στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ακυρώνω συνώνυμα, ακυρώνω english, ακυρώνω μετάφραση αγγλικά, ακυρώνω στα γαλλικά, ακυρώνω αγγλικα